Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Καθώς διαβρώνεται η ψευδωνυμία

και η σχεδόν δημόσια δοκιμή και πλάνη

Η ψευδωνυμία στα σοσιαλμήντια, όπως λέει εδώ, "παρέχει μια ελευθερία έκφρασης πέρα από ταμπού, καθωσπρεπισμούς και στρογγυλεμένες πολιτικές θέσεις. Συγχρόνως όμως, ως ιστογράφος, είσαι έκθετος και η ψευδωνυμία είναι το παλτό σου. Δεν είσαι συγγραφέας να σε προστατεύει η αίγλη ενός αντίτυπου με αντίτιμο στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Δεν είσαι φτασμένος διανοούμενος ή καλλιτέχνης να σε προστατεύει η ισχύς της δημόσιας περσόνας σου. Δεν είσαι αρθρογράφος να θεωρείται καθήκον σου η κριτική στα κακώς κείμενα. Είσαι ένας ερασιτέχνης της γραφής, ένας ανώνυμος πολίτης".

Η ψευδωνυμία όμως διαβρώνεται σταδιακά, ιδίως όσο αυξάνεται η έκθεση του ψευδώνυμου γραφιά. Όσο περισσότερο γράφει κανείς, τόσο πιο πολυ διαβρώνεται η ψευδωνυμία του, τόσο πιο εκτενώς γνωστή γίνεται η κατά κόσμον ταυτότητά του. Κάτι η εντροπία, κάτι οι δυναμικές των κοινωνικών δικτύων -- αναμενόμενο είναι. Το παλτό που λέγαμε τρίβεται και λιώνει και σε κάποια σημεία φεγγίζει. Από μια στιγμή και ύστερα, η ψευδωνυμία σε προστατεύει μόνον από τον περιστασιακό αναγνώστη που δε θα μπει στον κόπο να γκουγκλάρει ή να ψάξει αλλιώς το πραγματικό όνομα του Σραόσα, λόγου χάρη.

Αυτή η σταδιακή διάβρωση έχει οδηγήσει πολλούς να εγκαταλείψουν τη γραφή, αφού πλέον τους διαβάζουνε σύζυγοι, γονείς, παιδιά, ξαδέρφια, φίλοι, συνάδερφοι κτλ. και δεν μπορούνε να μιλήσουνε για όσα πραγματικά θέλουν. Άλλους τους οδηγεί στην αυτολογοκρισία και στο να γίνουνε γριφώδεις μέχρι πλήξης. Για κάποιους άλλους η διάβρωση της ψευδωνυμίας αποτελεί ένα καλό πρόσχημα για να εγκαταλείψουν το κοπιώδες και απαιτητικό άθλημα της κατ' επανάληψη έκθεσης σε, ενίοτε κακοπροαίρετους, άγνωστους αναγνώστες.

Ωστόσο η ψευδωνυμία δεν είναι μόνο παλτό, δεν είναι μόνον η στολή του Μπάτμαν που προστατεύει τους αθώους από γνώση που δε χρειάζονται (...) και η μάσκα του που προφυλάσσει τον ίδιο και την όποια προσωπική ζωή του. Είναι και μία περσόνα: κάθε περσόνα μιλάει για διαφορετικά θέματα. Πολύ πριν να ασχοληθώ με τις διαδικτυακές κουβέντες είχα διαβάσει για τον Iain Banks, ο οποίος με αυτό το όνομα υπογράφει τα 'κανονικά' μυθιστορήματά του, ενώ με το Iain M. Banks υπογράφει τα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας που γράφει. Η ταύτιση προφανής και αυτόματη, οι περσόνες όμως διακριτές.

Προσωπικά, με το πραγματικό μου όνομα υπογράφω μόνον ό,τι έχει να κάνει με τη δουλειά μου, προς το παρόν. Πάντως έχω αρνηθεί να υπογράψω επωνύμως πολιτικό σχόλιο, ως μάλλον αναρμόδιος ή -- καλύτερα -- ως κάποιος που δε δικαιούταν να χρησιμοποιήσει όνομα κι επάγγελμα για να προσδώσει στο σχόλιό του (επίπλαστη ή, έστω, απλώς ονομαστική) βαρύτητα: στο κάτω κάτω, αν το σχόλιο είναι ουσίας, θα παραμείνει ουσίας ακόμα και αν το υπογράφει ο, ξέρω γω, menoussis_92.

Ως Sraosha όμως, υπογράφω όλα όσα γράφω εδώ, και ενίοτε κι αλλού, με θεματολογία που εκτείνεται επί παντός του επιστητού (όπως μάλλον ανακριβώς με έψεξε Φίλος πρόσφατα), αφοριστικά, με πολυπραγμοσύνη και κομπορρημοσύνη (που εγώ θα έλεγα élan). Γιατί και γι' αυτό τα έχουμε τα ψευδώνυμα, και για να λέμε στον αναγνώστη "κοίτα: μπορεί αυτό που θα διαβάσεις να είναι πολύ προσωπικό, πολύ σπουδαίο, μια σάχλα της στιγμής, ημιτελές, ευτελές ή και άστοχο -- πάντως είναι κάτι που με απασχολεί αρκετά ώστε να καθήσω να γράψω γι' αυτό". Για επαναλαμβανόμενες ασκήσεις δοκιμής και πλάνης πρόκειται, σχεδόν δημοσία και απέναντι σε ένα κοινό που ολοένα συρρικνώνεται (γιατί φούσκα υπήρξαν τα μπλογκ: τα διάβαζαν και αναγνώστες που τελικά ήθελαν να διαβάζουνε τουί, φωτό, o altra cosa).

Από την άλλη, όσο περισσότερο διαβρώνεται η ψευδωνυμία μου, τόσο περισσότερο πεισμώνω και πείθω τον εαυτό μου να γράψει ελεύθερα, πιο ελεύθερα, με πιο ρωμαλέα παρρησία. Από πείσμα. Όμως πάντα, μα πάντα, θυμάμαι πρώτον ότι δεν πρέπει να παίρνουμε τον εαυτό μας πολύ στα σοβαρά, πολλώ δε μάλλον την περσόνα, και δεύτερον αυτό που κάποτε μου είπε ο Rakasha: "να καταλάβει ο κόσμος ότι γράφουμε ποστ, όχι ποστ ντοκ".

GatheRate

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Στον Παρθενώνα

Πήγα στην παράσταση 'Παρθενώνας' χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα για το τι θα δω. Τελευταία προτιμώ να μην ξέρω τίποτα εκ των προτέρων, να μου έρχονται όλα καινούργια και, εάν γίνεται, σαν έκπληξη.

Το θέαμα ήτανε μια εμπειρία πυκνής ομορφιάς -- και πολύ πικρής ομορφιάς σε κάποια σημεία. Ο Παρθενώνας ως θέαμα και ακρόαμα βρίσκεται σε διαρκή ασταθή ισορροπία, πότε ταλαντώνεται, στιγμιαία ηρεμεί, ξανά φεύγει προς τα εδώ ή προς τα εκεί, προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Έχει πάντα ένα 'παίζω', όπως λέμε για το ούπα που παραμένει λάσκα.

Ναι, αλλά τι είναι; Δεν είναι θεατρικό αναλόγιο αλλά δεν περαίνει ό,τι βραδυφλεγές κι απροσδιόριστο δρώντων. Δεν είναι χορόδραμα αν και ενίοτε μοιάζει με σκοτεινό κι υπόκωφο μιούζικαλ. Δεν είναι χάπενινγκ αλλά θα χρειαστεί μερικές στιγμές να μαζέψεις τα πόδια αν κάθεσαι στην πρώτη σειρά.

Βγαίνοντας στην επιφάνεια της Κυψέλης, ρώτησα ποιος έγραψε το συγκλονιστικό κείμενο της παράστασης: ήλπιζα να το βρω και να το ξαναδιαβάσω. Έμαθα ότι ήταν συρραφή κειμένων. Γι' αυτό και μόνο θα άξιζε να πάει κανείς.

Και, βεβαίως, ο Παρθενώνας είναι μόνο η αφορμή.

GatheRate

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Καλικαντζαριώτικα

*
Προσωπικότητες που δεσπόζουνε την ημέρα των Χριστουγέννων: ο πάπας, ο πατριάρχης, αρχιεπίσκοποι, επίσκοποι· βασιλείς· πρόεδροι και πρωθυπουργοί σε ρόλο ευχετών. Τα Χριστούγεννα είναι η μέρα των αυθεντιών και της κάθε λογής εξουσίας: και της οικογένειας, βεβαίως, ως εξουσίας. Γκροτέσκας πολλές φορές και ασυνάρτητης, αλλά εξουσίας.

*
Διάβαζα ένα κείμενο κριτικής κατά της χριστουγεννιάτικης φιλανθρωπίας. Για την άθλια υποκρισία όσων ταΐζουν και ανακουφίζουν εκείνους που έσπρωξαν στη φτώχεια με έργα, με λόγια, με απραξία, με στρατηγική σιωπή.

*
Ποτέ δεν κατάλαβα τα χριστουγεννιάτικα ρεβεγιόν. Ίσως φταίει ότι έχω πάει σε μόλις δύο. Την Πρωτοχρονιά το ρεβεγιόν έχει νόημα: περνάς το συμβολικό σύνορο του ημερολογιακού έτους, με το σκοτάδι και τους ασπασμούς και την Καΐρ των παιδικών μας χρόνων να σκάει μέσα στα πρώτα λεπτά του νέου (χα!) χρόνου. Ακόμα και το Πάσχα υπάρχει μια αφήγηση και η ανακοίνωση της Ανάστασης. Αλλά τα Χριστούγεννα; Τι; Περιμένεις να πάει μεσάνυχτα και ένα της 25ης για να γιορτάσεις τι; Κάποιον μεσονυκτικό τοκετό; Την υποστατική ένωση της Θεότητας με έναν άνθρωπο; Αν είσαι πια τόσο πιστός, από λάθος τραπέζι τρως. Αν δεν είσαι, ποια είναι τέλος πάντων η ακμή, η κόψη, το ορόσημο του χριστουγεννιάτικου ρεβεγιόν, και μάλιστα σε έναν κόσμο μέχρι πρόσφατα ονομαστικά χορτάτο; Η άφιξη στο τραπέζι του μεταμεσονύκτιου χοιρινού ή γαλόπουλου; Να βγαίνει επιτέλους ο δημοφιλής αοιδός με την τελευταία επιτυχία του μετά από 3-4 ουίσκια και 2-3 τσικό τραγουδιάρικα;

*
Στο πρώτο επεισόδιο του Σάουθ Παρκ όπου εμφανίζεται ο Τίμμυ, ο παραπληγικός χαρακτήρας γίνεται τραγουδιστής σε γκρουπ θρας μέταλ (η γενιά μου δε λέει 'μπάντα': 'μπάντα' είναι κάτι που παίζει σε λιτανείες και εθνικές εορτές, όχι οι Accept, οι Saxon, οι Metallica και οι Motorhead). Το γκρουπ λέγεται 'Timmy and the Lords of the Underworld'. Στο ομώνυμο χιτ, ο Τίμμυ τραγουδάει "Timmy... Living a lie". Δε θυμάμαι αν πρόκειται για το ίδιο επεισόδιο με την ανάπηρη γαλοπούλα, κατοικίδιο του Τίμμυ, που γλυτώνει τη χριστουγεννιάτικη σφαγή: τον θυμήθηκα τον Τίμμυ και το 'Living a lie' γιατί μόλις πέρυσι έμαθα ότι τα κόκκινα-άσπρα του Άη Βασίλη τα χρωστάμε στην κόκα κόλα, ενώ παλιότερα ο Άη Βασίλης φόραγε άλλα, πιο αγιωτικά και γήινα χρώματα.

*
Ένα σήριαλ που μου άρεσε πολύ όταν ήμουν στο σχολείο ήταν το Υποβρύχιο (Das Boot). Το Υποβρύχιο μού έμαθε ότι ο πόλεμος και το να βυθίζεις πλοία με μη μάχιμους είναι δουλειά, όπως είναι δουλειά να είσαι ξυλοκόπος, νοσηλεύτρια, αργυραμοιβός, μοδίστρα, παθολόγος κ.ο.κ. Επίσης για μένα λειτουργούσε όπως οι ταινίες τρόμου και φρίκης για πολλούς: η σκέψη να είσαι κλεισμένος σε ένα μικροσκοπικό κονσερβοκούτι (όλοι περπάταγαν σκυφτοί), ένα κονσερβοκούτι που μπάζει και το σείουν βόμβες βυθού, 100 μέτρα κάτω από την επιφάνεια με μαντράχαλους που ζέχνουν... Στο χριστουγεννιάτικο επεισόδιο, ο πλοίαρχος του Boot αράζει να καπνίσει και μονολογεί "Α! Χριστούγεννα! Το πανηγύρι του έρωτα!". Στην αρχή νόμισα ότι ήτανε λάθος του υποτιτλιστή, ότι μετέφρασε 'έρωτα' αντί για 'αγάπης' -- τέτοιο χαϊβανάκι ήμουν κι εγώ, μεγαλωμένο με ρητορικές χριστουγεννιάτικης αγάπης, με εικόνες νοσηλευομένων που θα τη σκαπουλάρουν και γι' αυτό τους επισκέπτονται της γης οι φιλάνθρωποι. Συνεχίζει όμως ο πλοίαρχος: "δεν ξέρεις τι ωραία είναι να κάνεις έρωτα το απόγευμα των Χριστουγέννων". Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα ότι τα Χριστούγεννα θα μπορούσαν να είναι γιορτή τρυφής κάτω από τα σκεπάσματα σε ένα μάλλον κρύο δωμάτιο έξω στο οποίο δε θες να βγεις.

*
Και η σημερινή περικοπή από τον Γιώργο Γιαννόπουλο:
Ο νεοφιλελευθερισμός είναι η υστερόβουλη, υπολογιστική και εργαστηριακά κατασκευασμένη -- προς εκμετάλλευση του zeitgeist -- συνιστώσα του αντιδιαφωτισμού, ο οποίος διαπέρασε μεταπολεμικά πολλά συστήματα σκέψης εν όψει της φρίκης του πολέμου, αλλά και της συνειδητοποίησης της ανεπάρκειας του θετικισμού ακόμα και στα πιο "σκληρά" επιστημονικά πεδία. Απ' όλη την κληρονομιά του διαφωτισμού έχει στόχο την δημοκρατία και σκοπό την παλινορθωση της ετερόνομης-θεοκρατικής αντίληψης για το νόμο, την εξουσία και την τάξη των πραγμάτων.
*
Και τι σημαίνουν όλα αυτά. Ότι θα κάνουμε σθεναρή αντίσταση στα Χριστούγεννα όπως οι άθεοι στο τουίτερ; Δε χρειάζεται. Η κουλτούρα είναι αυτή που είναι και είναι προϊόν της ιστορίας, όπως κι όλοι μας εν μέρει. Οι τραγικοί των οποίων το έργο επέζησε είναι αυτοί που πήρανε τους παλιούς μύθους, που λίγοι σώφρονες Αθηναίοι έπαιρναν τοις μετρητοίς, και τους άλλαξαν τον αδόξαστο, μετατρέποντάς τους σε πανανθρώπινα αφηγήματα, σε σημεία στήριξης, έλκυσης κι αναφοράς. Ο Τιμόθεος (που μέχρι κι ο Σωκράτης κορόιδευε), που είχε βαλθεί να πείσει τους πάντες ότι οι μύθοι είναι παπαριές και ψέματα κι ότι οι συμπολίτες του είναι κάργα μέσα στο 'living a lie'... τι εννοείτε ότι δεν ξέρετε τον ποιητή Τιμόθεο; Και μη μου πείτε ότι τον χαντάκωσε το ιερατείο, εδώ δεν χαντάκωσε τον Δημόκριτο και τους φυσιοκράτες (εντελώς). Γυρνάω στο Das Boot και στην ήσυχη ανατροπή των γερμανικών Χριστουγέννων των αγορών, των χορωδιών, των ελάτων, των καλάντων, του Glühwein και της χιτλερικής καθαριότητος κι ευταξίας για να υπενθυμίσω το Kippur του Άμος Γκιτάι. Την Ημέρα του Ιλασμού, Yom Kippur, την ιερότερη και σεμνότερη μέρα πένθους του ιουδαϊκού ημερολογίου για τις αμαρτίες του περιούσιου λαού, ο ήρωας της ταινίας λαγνουργεί με μια κοπέλα με πόρτες, πατζούρια, παράθυρα κλειστά, καθώς κυλιούνται μέσα σε χρώματα, σύνεργα το δίχως άλλο με τα οποία ο ήρωας παραβιάζει την τέταρτη εντολή.

*
Χτες πρόλαβα στην ΕΤ1 τα τελευταία 20 λεπτά μιας αγαπημένης ταινίας, των 'Γεφυρών πάνω από τον Βόσπορο' του Φατίχ Ακίν. Τι έπαιζαν άλλα κανάλια εκείνη την ώρα, δεν ξέρω, αλλά μετά τις 7, που έπαιζε μόνη της μια τηλεόραση αναμμένη, μέχρι τις 9 παρά (οπότε φρόντισα να σβήσει), είχανε βαλθεί να βυθίσουν τους τηλεθεατές σε κατάθλιψη και άπρακτο ανία βαθύτερες απ' ό,τι συνήθως, μελαγχολικά όργανα της πιο απάνθρωπης προπαγάνδας, που πασχίζει να γδάρει και να ξεφλουδίσει στιγμές που σου επιβάλλουν να είναι ξεχωριστές όχι μέσω της κριτικής και της απορίας, παρά δια του μπουχτίσματος και επιτείνοντας αυτό που η εξουσία έχει ανάγκη: την αίσθηση ανημπόριας όλων μας.

*
Κι αν είναι τα Χριστούγεννα κάποια αφορμή για ευχές και για να βγούμε λίγο από τον εαυτό μας, ευλογημένα να είναι. Και αν τις ευχές δε θα τις εκπληρώσει κανένας αηβασίλης, δεν παύουν να είναι επιθυμίες για λογαριασμό των άλλων, για τη χαρά των άλλων. Από αυτή την άποψη οι ευχές είναι ανθρώπινες και μας κάνουν και λίγο περισσότερο ανθρώπους. Ευχές, λοιπόν.

GatheRate

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Ο Γωγ, ο Μαγώγ. Η Κατερίνα Γώγου.

για τον radio_sociale

Τρείς ενότητες για τη συντέλεια:

1. Αρχικά απορούσα κι ενοχλούμουν.
[Α]νοίγεις το Discovery Channel και το Science Channel και βλέπεις αποκλειστικά ταινίες καταστροφής (μασκαρεμένες σε ντοκυμαντέρια). Και να σκεφτείς ότι γελούσαμε που στα τέλη της δεκαετίας του '90 το BBC (ή το ITV; δε θυμάμαι) είχε δείξει κάτι αντίστοιχα στο Horizon και λέγαμε "κοίτα τους μαλάκες τους χιλιαστές, περιμένουν το τέλος του κόσμου".

[...] [Τ]ο να δείχνεις το Ντητρόιτ και να λες "Να, να, να: έτσι θα σας κάνει τις πόλεις ο καπιταλισμός! Σκατάααα!" είναι σαν κάτι ταινιούλες εκπαιδευτικές της δεκαετίας του '50 που σου έδειχναν συφιλιδικά έλκη, φλύκταινες, ουλές, τρελοκομεία και παρκινσονιανούς τρόμους και σου έλεγαν "Να, να, να: έτσι θα σας κάνει το σεξ!".

Όσο για το τέλος του κόσμου, όλοι προσπαθούνε να μας πείσουν ότι έρχεται μεθαύριο και βίαια, cito et velociter: έτσι διευκολύνονται όλοι όσοι θέλουν να μας σωφρονίσουν. Είμαστε τόσο περιχαρακωμένοι μέσα στην απάθεια που μόνον αν μας απειλήσει με χρεωκοπία, πείνα, κατάρρευση, μαζική μετανάστευση, ασφυξία, πλημμύρες, σεισμούς, λιμούς, λοιμούς και καταποντισμούς μπορεί να ελπίζει κανείς ότι θα ξεκουνηθούμε. Πιο ξεκάθαρα: το τέλος του κόσμου το επικαλούνται οι εξουσίες για να μας σωφρονίσουν και οι ακτιβιστές για να μας αφυπνίσουν. Μόνο βόμβες θα μας βγάλουν από τα μωλ· σαν να λέμε: μόνον άμα σκάσει η μπουκάλα του γκαζιού ξυπνάω το πρωί.
2. Ωστόσο, είχε προηγηθεί μια απόπειρα να καταλάβω:
Κοιτούσα τις αφίσες για το 2012. Έχω δει δύο μίνι τρέιλερ. Ανεξάρτητα από την αντιπάθειά μου για τις ταινίες μαζικής καταστροφής και τη γενικότερη αναπηρία μου να τις απολαύσω, η ταινία πρέπει να είναι μαλακία, κάτι σαν ξαναμασημένο Deep Impact αλλά με μπόλικο Day after Tomorrow φαίνεται. Κοιτούσα τις αφίσες τώρα. Θυμήθηκα πως όταν ήμουνα παιδί, στον ηλεκτρικό και στα λεωφορεία και στις γιγαντοαφίσσες έβλεπες διάφορες ημίγυμνες να διαφημίζουν τζην, αρώματα, στερεοφωνικά, τσιγάρα κτλ.

Πώς φτάσαμε να μπανίζουμε δημοσία παλιρροϊκά κύματα και πλημμυρίδες μετεωρικής φωτιάς από εκεί που μπανίζαμε μπούτια και μαλλιά με μπόλικη λακ και ατημέλητα καλυμμένα στήθη; Σίγουρα φταίει η αλλαγή της χιλιετίας με τους χιλιασμούς της. Πιο πριν είχανε προετοιμάσει το έδαφος κάποιοι αμερικανοί χριστιανώμαλοι που έψαχναν το Θηρίο της Αποκάλυψης στην 'Υπερκυβέρνηση' (χάχαχαχαχααααα) της ΕΟΚ και τον Άψινθο στο Τσέρνομπιλ -- παίρνοντας γραμμή από την τριλογία του Αντιχρίστου που εγκαινίασε η ταινία 'η Προφητεία' το 1977: η δυσπιστία της αμερικανικής δεξιάς των Νότιων Βαπτιστών απέναντι στο Δημοκρατικό Κόμμα σε όλο το αποκαλυπτικό της μεγαλείο. Εδώ στην Ελλάδα μπολιάστηκαν αυτά στον κόσμο από γεροντάδες που κυκλοφορούσανε κασέτες με κηρύγματα, μετά την απογοήτευση του μέσου Έλληνα από τη δεύτερη τετραετία του Παπανδρέου του Β' του Δημαγωγού. Μετά ήρθε και το AIDS και μπήκε ο έρως στο ψυγείο κι αρχίσαμε τα περί αλληλοσεβασμού και αλληλοπεριχώρησης και μονογαμίας κτλ.

Στα 2009 οι άντρες φοβούνται τις γυναίκες, οι γυναίκες ψάχνουνε τους άντρες, οι γκέι δυσπιστούν απέναντι στο σεξ και οι λεσβίες κατηγορούν η μία την άλλη για μαγκώματα. Και πάμε στο σινεμά όχι για να δούμε το Νιώθω Μπλε / Νιώθω Κίτρινη ή τα Μυστήρια του Οργα(νι)σμού ή το Σουήτ Μούβι, αλλά τον Τιτανικό, τον Αρμαγεδδώνα, τον Πόλεμο των Κόσμων, το Happening, το 2012, κι άλλα τέτοια. Κοινώς, δώστε μας μαζική καταστροφή κι αφανισμό κι αφήστε τα γαμήσια: λερώνουν τα εσώρουχα. Ενώ η φωτιά και το νερό όλα τα εξαγνίζουν -- το είπε κι ο Δάντης.

Είναι πάντως χαρακτηριστικό το εξής: το genre 'τέλος του κόσμου' της εποχής μας ασχολείται με το γενικό και το αόριστο, όπου ανώνυμοι και πλήθη πνίγονται και αποτεφρώνονται θεαματικά μεν αλλά με τον τρόπο που πετιούνται οι συσκευασίες και τα περιτυλίγματα που ρυπαίνουν τον κόσμο μας. Αντίθετα, η σοφτ-κουλτουρέ τσόντα της δεκαετίας του '70 ασχολούνταν με το συμβάν, το καθέκαστο, το ειδικό (κι ας είναι το ίδιο το σεξ ίσως ό,τι πιο γενικό και γενικευτικό υπάρχει).

Οι ταινίες 'τέλος του κόσμου' ασχολούνται κι αυτές με το καθέκαστο και το ειδικό, αλλά μόνον όσων είναι προνοητικοί, γενναίοι ή τυχεροί να επιβιώσουν. Αυτοί μας ενδιαφέρουν: οι επιζήσαντες και (περισσότερο) οι επιβιωτές. Οι άλλοι να καούνε από τον αστεροειδή, να τους φάει ο γκοτζίλας, να τους ρουφήξει η ρουφήχτρα, να τους πνίξουν τα τσουνάμια, να τους φάνε τα χταπόδια του Άρη. Ενώ πάλι, τη δεκαετία του '70 στις κουλτουροπορνό ταινίες βλέπαμε ότι άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου (καθώς και άλλες κοιλότητες κι εσοχές) κι ότι το πιο βαρετό σεξ είναι το σεξ που κάνουν άλλοι -- εκτός κι αν είναι επί της οθόνης. Αυτό το τελευταίο μου φαίνεται διαχρονικό.
3.  Σήμερα στο αμάξι σκεφτόμουν το εξής:

Η νοσηρή εμμονή μας με τη συντέλεια, με τον πόλεμο της συντέλειας, με τη Δευτέρα Παρουσία και με κάθε λογής σενάρια αφανισμού καταστροφής και εκζομπισμού συμβαδίζουνε με την αντίληψη της οικονομικής κρίσης, της παλινόρθωσης του ολοκληρωτισμού στην πολιτική αλλά και του οικολογικού ολοκαυτώματος σαν να είναι φυσικές καταστροφές. Παλιότερα, η συντέλεια ήτανε κάλεσμα να αφήσουμε το γαμήσι (στο Αμέρικα ακόμα είναι: ο τυφώνας Κατρίνα ήταν η σοδομιαία φωτιά που τιμώρησε την 'ανοχή' των αμερικανών στην ομοφυλοφιλία) και να πιάσουμε το κομποσχοίνι (η εικόνα είναι αναπόφευκτα προστυχούτσικη, αν το σκεφτεί κανείς).

Σήμερα η επίκληση του CGI εξωγήινου Γωγ και του σέπια τρομοκράτη Μαγώγ, οι θεαματικές εικονογραφήσεις ολικών καταστροφών βγαλμένων μέσα από την Αποκάλυψη του Ιωάννη, οι σκηνές νεοϋορκέζων να γίνονται ζόμπι, στάχτη ή να τους παίρνουνε τα κύματα, οι ντοκουμενταρίστικες εικόνες αθηναϊκών βιτρίνων να κατεβαίνουν σαν φέτες παγόβουνα ενώ φλεγόμενοι κάδοι τσουλάνε στην ξηλωμένη Πανεπιστημίου -- όλα έχουνε το ίδιο μήνυμα: τα πάντα είναι φυσική καταστροφή, act of god, ανωτέρα βία· συμμορφωθείτε, κλειστείτε στο καβούκι σας, δεν μπορείτε να κάνετε κάτι άλλο, δε φταίει η απληστία των λίγων κι η αφροσύνη τους, παρά όλοι (άρα: κανείς). Έτσι κι αλλιώς σε λίγο όλα θα είναι στάχτες, καλύτερα να μην κάνετε τίποτα λοιπόν. Η εσχατολογία ως όπιο των μαζών.

Επίσης, η εσχατολογία λειτουργεί και σαν φυγή από την πραγματικότητα: όχι πια προς τον (λιγότερο ή περισσότερο) πριβέ παράδεισο του έρωτα, των 'ουσιών', του ροκ εν ρολ -- που ταυτόχρονα αφήνουν άπλετο χώρο για κοινωνική συνειδητοποίηση και για κοινωνική δραστηριοποίηση -- αλλά προς μια παιδική φαντασίωση, προς ένα μεγάλο μπεμπεκίστικο πείσμα: "θα πεθάνω και θα κλαίτε, θα δείτε τι χάσατε", όπως όταν μας μάλωναν και φαντασιωνόμασταν την κηδεία μας για να εκδικηθούμε.

Τελικά λοιπόν, η ενασχόληση με τις συντέλειες είναι πολυτέλεια και κωλοπαιδισμός, πρόσχημα για αδράνεια. Άλλωστε, το 2012 ο κόσμος τελειώνει καθημερινά για χιλιάδες ανθρώπους, με δεκάδες τρόπους, διαφορετικούς για τον καθένα τους. Και όχι μόνον ο Τρίτος Κόσμος. Να μην τους επαναλάβω, να μην τους απαριθμήσω συμβάλλοντας στη μετατροπή του πόνου, της εξαθλίωσης, της καταπίεσης και του θανάτου σε θεαματάκι και εικόνα. Ταυτόχρονα, όπως γράφει ο Γιώργος Γιαννόπουλος, "οι άξεστοι αυτάρεσκοι νεοαστοί -- κατασκευάσματα της κοινωνίας των ιδιωτών -- σπεύδουν να επιβάλουν τις κουρελιάρικες αξίες τους: ησυχία, τάξη, ασφάλεια, πειθαρχία, υπακοή, μισανθρωπία, νευρωτική απάθεια, mainstream γούστο και η καθαριότης είναι η μισή αρχοντιά". Οι ίδιοι άξεστοι αυτάρεσκοι νεοαστοί  που έπειθαν τον κόσμο ότι η ποίηση και οι κραυγές της Κατερίνας Γώγου αφορούνε μόνο τα πρεζόνια, το περιθώριο, άντε και τους 'υπαρξιστάς' των Εξαρχείων. Κι όμως, οι πολλές μικρές συντέλειες, οι μικροί θάνατοι και οι μεγάλες απογνώσεις, οι πολλές καθημερινές ανείπωτες καταστροφές για τις οποίες έγραψε, απήγγειλε και (επαναλαμβανω) κραύγασε η Κατερίνα Γώγου, το σκαριμπικά και δυσνόητα τραγουδισμένο φαλιμέντο του κόσμου που τραγούδησε ο Άσιμος, όλα είναι πια εδώ και για τους πολλούς.

Το είπε κι ο ποιητής: not with a bang, but with a whimper. Καθημερινά, μέσα σε διαμερίσματα, δρόμους, ανάπηρα νοσοκομεία, πεζοδρόμια, χώρους εργασίας, θλιβερά σχολεία, σκυφτές κουζίνες, ιατρεία του ΙΚΑ (όπως θα τα λένε οι γέροντες, που δε θα ζήσουν για να συνηθίσουν το ΕΟΠΥΥ) και κρύες στάσεις λεωφορείων που δεν έρχονται πια.

GatheRate

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Έξι σημειώσεις για το Henry and June

στον Μεγάλο Τιμονιέρη mao tse tung

Εισαγωγή:

Κινηματογραφικό ποστ. Τα παρακάτω είναι έξι σημειώσεις για το Henry & June, την ταινία του Kaufman που βγήκε το 1990 αλλά αξιώθηκα να δω πριν καναδυό βδομάδες. Όσα γράφω αφορούν λοιπόν την ταινία και όχι το βιβλίο της Anaïs Nin στο οποίο η ταινία βασίστηκε.

Πρώτο:

 Η Νιν μιλάει για την αθωότητα που αισθάνεται μετά από ερωτικές επαφές της με άντρες και γυναίκες εκτός από τον Χιούγκο (τον σύζυγό της). Δεν αισθάνεται ότι προδίδει τον σύζυγό της. Στις διάφορες συνερεύσεις της, με τον Χένρυ Μίλλερ, την Τζουν (;), άλλες γυναίκες (;), τον Εδουάρδο ή και άλλους, δεν υπάρχει ενοχή. Ή και δε θα έπρεπε να υπάρχει. Ο έρωτας άλλωστε δεν είναι προδοσία, χαρά είναι. Αυτό είναι το ιδανικό μου και μακαρίζω όσες και όσους το έχουν κατακτήσει -- αν και φαίνεται οι περισσότεροί τους να έζησαν την ιμερική ακμή τους τη δεκαετία του '20 και το '67-'73.

Εδώ βεβαίως τίθεται το αιώνιο θέμα: ποια αθωότητα, όταν ο εραστής ή σύζυγος θα ζηλέψει, όταν ο λόγος γίνεται για απάτη και απιστία· η εξωσυζυγική δραστηριότητα ονομάζεται ακριβώς όπως και το απαύγασμα της ατιμίας προς ανθρώπους ("απάτη") και θεούς ("απιστία"). Ωστόσο, η ζήλεια είναι μάλλον άσχετη όταν μιλάμε για αθωότητα. Σκεφτείτε λ.χ. ότι ως ενήλικες έχουμε χαρές που δε θέλουμε και δε γίνεται να μοιραστούμε με κάποιους κοντινούς μας: θέλω να ξέρουν οι γονείς μου ότι πίνω (ό,τι πίνει ο καθένας); το παιδί μου ότι το κάνω με τη μάνα του; να με δει η κοπέλα μου (όταν δε συμμετέχει) να μαλακίζομαι; Ωστόσο δεν παύω να αισθάνομαι χαρά και ίσως να νιώθω πλήρως αθώος όταν λ.χ. πίνω με καλή παρέα. Άλλο αν πρέπει να προστατέψεις το ταίρι σου από μαντάτα, όπως τον γονιό από το να σε δει πίτα και το παιδί από το να σε πιάσει να το κάνεις... Η Αναΐς Νιν ακριβώς λέει ότι δεν αισθάνεται εσωτερικευμένη ενοχή, ότι νιώθει αθώα: αισθάνεται μεν αιδημοσύνη -- και κινείται διακριτικά (και για να μην προκαλέσει ζήλεια, σκάνδαλο κτλ) -- αλλά όχι αισχύνη κι ενοχή. Η αιδημοσύνη όμως μάς πάει στο

Δεύτερο:
 
Αρχικά ο γάμος της γίνεται εμπόδιο για την πορεία της προς την (πολυγαμική) ερωτική χειραφέτηση και προς τη διαδικασία αυτοανακάλυψης. Αργότερα καταφέρνει η Νιν να φέρει μέχρι ένα σημείο και τον άντρα της μέσα σε αυτή την πορεία. Παράλληλα προστατεύει τον Χιούγκο από τη ρητή αποκάλυψη ότι έχει τον Μίλλερ και τον Εδουάρδο εραστές. Παρόλα αυτά, πάνε μαζί στο πορνείο της Μαντάμ Τάδε και παρακολουθούνε μια exhibition (λάιβ σώου à la parisienne) ενώ η ταινία αφήνει κάποια ενδεχόμενα ανοιχτά για το τι έγινε μετά. Ταυτόχρονα, ο Χιούγκο αντιλαμβάνεται κατά την επίσκεψη αυτή ότι η Αναΐς ποθεί και γυναίκες. Πάντως μάλλον ήταν γενικότερα υποψιασμένος, αφού την αναζήτησε μεταμφιεσμένος, και το έκαναν, μέσα σε κάποιο καρναβαλικό πανηγύρι μεταμφιεσμένων (μια πολύ στάνταρ φαντασίωση-παιχνίδι των παντρεμένων: η μασκαρεμένη αρπαχτή).

Τρίτο:

Η Νιν λειτουργεί αμφιερωτικά. Χωρίς ετικέτες και χωρίς λ.χ. να είναι κάτι σαν τη μάλλον μπουτς ερωμένη της Τζουν. Για εμάς που στην κλίμακα Κίνσεϋ (ό,τι κι αν δείχνει...) είμαστε στο 75 με 90% ετερόφιλα διακείμενοι στη διάθεση και στις ορέξεις, κι αυτό σαν ιδανικό φαντάζει: η προτεραιότητα δίνεται στα πρόσωπα και στον πόθο.

Τέταρτο:

Την ταινία διατρέχει η αναγκαιότητα της ερωτικής γραφής. Όταν πρωτοσυναντάει τη Νιν, ο Μίλλερ ψέγει τον D. H. Lawrence επειδή "κάνει τον έρωτα θρησκεία, ενώ το σεξ είναι φυσικό πράγμα". Αφού όμως διαβάσει το δοκίμιο της Νιν για τον συγγραφέα, ανακαλεί. Αυτό συνοψίζει ωραία τα δύο άκρα του ερωτογραφικού φάσματος: το ένα είναι η μυστική και εκστατική-μεθεκτική εξιδανίκευση, το άλλο η "πλησμονή και κένωση" του Ερυξίμαχου. Και η εμπειρία βρίσκεται κάπου στη μέση.

Είναι όμορφες οι σκηνές στις οποίες, εκτός από έρωτα, η Νιν κι ο Μίλλερ μοιράζονται τα γραπτά τους. Ωστόσο, ο σκιώδης ψυχαναλυτής μου επισημαίνει ότι η κοινή ερωμένη της Αναΐς και του Μίλλερ είναι προσχηματικά και μόνο η Τζουν, ότι τελικά η Τζουν είναι η γραφή.

Πέμπτη:
 
Ουσιαστικά, η ταινία πραγματεύεται λεπτομερώς την πολυγαμικότητα και τις ωφέλειές της. Ο Kaufman ξαναμιλάει για την πολυγαμικότητα ως δυσβάστακτο βάρος σχεδόν, ως ένα δυσάρεστο καθέκαστο αν μη τι άλλο, στην 'Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι'. Η πολυγαμικότητα βεβαίως δεν είναι ακύμαντη. Αλλά, όπως πολλοί ξέρουμε, ούτε η μονογαμία είναι, ποσώς. Στο Henry & June, η πολυγαμικότητα παρουσιάζεται ως επιλογή ζωής που διευρύνει κι εμβαθύνει την προσωπικότητα της Αναΐς Νιν. Είναι χαρακτηριστικό ότι, συν τοις άλλοις (και παρά τους δισταγμούς της), οξύνει τη διάκριση της, δηλαδή τη διορατική ευθυκρισία που χρωματίζεται από ενσυναίσθηση, κατά την ορθόδοξη ασκητική.

Πιο αναλυτικά, κατά την ταινία, η πολυγαμικότητα
α) μας μαθαίνει ότι άλλο πόθος, άλλο έρωτας, άλλο αγάπη. Οι μονογαμικοί, οι ενοχικοί και οι στερημένοι (όπως η Νιν στην αρχή της ταινίας) τείνουν να τα συγχέουν. Ολέθρια. Η Νιν μέσα από το σώμα της μαθαίνει τελικά ότι άλλη η σχέση με τον Εδουάρδο, άλλη με την Τζουν, άλλη με τον Μίλλερ, άλλη με τον Χιούγκο, τον οποίο αγαπά: ακριβώς όπως έχουμε διαφορετική ποιοτικά σχέση και με κάθε άλλο άνθρωπο·
β) χορταίνει βαθιά την ψυχή· μιλάμε για χορτασμό διαφορετικό από το να ξεδιψάσεις από την καύλα, από τον πόθο. Στην ταινία φαίνεται άλλωστε καθαρά ότι η καύλα είναι βεβαίως και στο μυαλό: για κάποιον, για κάποιον άλλο ή για κάτι: μια ερωτική στάση, μια συγκεκριμένη κατάσταση-φάση ή για ένα συγκεκριμένο μέλος του σώματος (η Αναΐς υποδέχεται με ανακούφιση και τρυφή το ότι ο Μίλλερ είναι μικροτσούτσουνος)·
γ) μας εξασκεί στην ενσυναίσθηση αλλά και στα όρια, μας κάνει θαρραλέους και μας αναγκάζει να αναλάβουμε την ευθύνη του εαυτού μας -- αυτό είναι και η κατακλείδα της ταινίας.

Έκτη:

Στην κοινωνία και στον κακό κόσμο που ζούμε, όλοι κάνουμε και ζούμε πράγματα που δε λέγονται, με έναν, με λίγους ή με πολλούς: η ταινία τονίζει ότι το βιβλίο Henry and June δημοσιεύεται μετά τον θάνατο του Χιούγκο, ώστε να μη διασυρθεί ως κερατάς, υποθέτω. Αντίστοιχα, ήδη πολλοί, της νέας γενιάς ιδίως, θα βρήκαν όσα έγραψα παραπάνω sleazy (για να μιλήσουμε στη γλώσσα της νόρμας και της τρεχάμενης ηθικής του μέλλοντός μας).

GatheRate

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Τρελές

Μία και μόνο φορά μίλησα με τον πατέρα μου για γκομενικά. Δικά μου εννοώ: τα δικά του παραλίγο να μου τα πει με το νι και με το σίγμα μια φορά που γυρίζαμε ποδαράτοι από τον Κρητικό στην πλατεία Κάνιγγος για του Γκύζη. Είχαμε πιει μια άλφα ποσότητα ρακές και τον ρώτησα. Εκεί στην Τζωρτζ ήταν έτοιμος, είχε και καλή διάθεση. Κάτι πήγε να πει, μα μετά τα μάζεψε. "Δεν υπογράφω", είπε. Αυτό σήμαινε ότι δεν αισθανόταν νηφάλιος (τι νηφάλιος, κουδούνι ήμασταν, ούτε που καταλάβαμε πώς φτάσαμε στου Γκύζη), άλλωστε αυτή ήταν και μία πατρική συμβουλή του (ανάμεσα σε 4-5 που θυμάμαι όλες κι όλες): "αν έχεις πιει, μην υπογράφεις τίποτα". Εφόσον λοιπόν δεν υπέγραφε, μόλις αντιλήφθηκε ότι τον ψάρευα, αυτόν, τη μανούλα του ψαρέματος, αυτομάτως κλείδωσε το σύστημα, "σιγά ρε, που θα τα πω σ' εσένα", είπε, και εκεί έληξε η κουβέντα.

Δικά μου γκομενικά κουβέντιασα μαζί του μία φορά. Ήμουν 25 ή 26 και μάλλον προβληματισμένος. Είχα πάει στην Ελλάδα και πήγαμε μαζί για ψώνια στον Σκλαβενίτη. Οικογενειακό αμάξι δεν υπήρξε ποτέ, με περηφάνεια δηλώνω ότι έμαθα (αναγκαστικά, λόγω έλλειψης συγκοινωνιών εδώ που είμαι) να οδηγώ στα 31. Φορτωθήκαμε τις σακούλες και πήραμε την ανηφόρα. Εγώ τότε με το ποδήλατο κυκλοφορούσα και είχα φτιάξει αντοχή, το 'παιζα λοιπόν δύναμη και φυσική κατάσταση κι έτρεχα μπροστά -- ναι, ναι: η γνωστή σαχλαμπούχλα των αρσενικών να ξεπεράσουν τον πατέρα τους. "Ώπα", μου λέει κάποια στιγμή, "στάση". Κάνουμε λοιπόν στάση ανάμεσα στα πεύκα. Μύριζε πεύκο, κατασκήνωση από πριν πάνω από μια δεκαετία. "Πώς πάει;", μου λέει. Το 'πώς πάει' είναι η πιο προσωπική ερώτηση που μπορεί να κάνει ο Αμπού-Σραόσα. Τον κοιτάω. Αφήνω κάτω τις σακούλες του Σκλαβενίτη, κάτι μπουκάλια τσούγκρισαν επικίνδυνα μεταξύ τους και κόλλησε χώμα στον πάτο τους. Με έπιασε ένα από αυτά που με πιάνουν ξαφνικά, ένα "γαμημένη αυτοκυριαρχία, γαμημένα πρωτόκολλα ασφαλείας -- τώρα θα τα πω όλα". Συνήθως διαρκεί καμμιά τριανταριά δευτερόλεπτα. Του λέω:

"Ρε πατέρα, καλά. Αλλά πρέπει να το πάρω απόφαση: μόνο με τρελές μπλέκω. Μόνο. Τρελές. Η μία πιο τρελή από την άλλη".

Με κοίταξε κινηματογραφικά, οριακώς επιτηδευμένα. Όταν συγχωρεθεί, θα θυμάμαι αυτό το βλέμμα, που ενδεχομένως προσπαθώ κάποτε να αναπαραγάγω αλλά δε με αφήνει η φυσιογνωμία και η ματιά μου: ένα βλέμμα που συνδυάζει τρυφερή αποστασιοποίηση και περιπαικτική συμπαράσταση, που είναι το σήμα καταπιεσμένης ενσυναίσθησης αλλά και η διακριτική σηματοδότηση μιας βαθιά ειρωνικής στάσης απέναντι στη ζωή. Κι ο δικός του πατέρας κοίταγε κάπως έτσι καμμιά φορά -- αλλά με περισσότερη θυμηδία: του παππού η ζωή τού φαινόταν κωμωδία, του πατέρα μου ένας Θεός ξέρει.

"Αυτό δεν είναι κακό, αν σου αρέσουν οι τρελές. Αρκεί να περνάς καλά. Να μην παιδεύεσαι."

Γέλασα, γέλασε. Έπιασα τον υπαινιγμό. Πήγα να σηκώσω τις σακούλες. Με ρώτησε αν την ήξερε. Του είπα πως δεν την ήξερε. Σήκωσα τις σακούλες. Τις σήκωσε κι αυτός και πήγαμε σπίτι.

Το ανέσυρα αυτό το περιστατικό τις προάλλες με αφορμή ακόμα ένα επεισόδιο πολυετούς σκηνικού από τον ευρύτερο επαγγελματικό μου χώρο: δύο μακρινοί (ευτυχώς) συνάδερφοι που μοιάζουνε πολύ κι ας μη γνωρίζονται. Και οι δύο τρελοκομεία. Τρελοκομεία κανονικά όμως: όχι "τρελές" που λέγαμε πριν, τρελές του έρωτα ή τρελές από έρωτα ή "τρελές" απλώς και μόνο γιατί δε χωράνε στα γατίσια ροζ κουστούμια που φοράει η πατριαρχία στις γυναίκες. Εδώ τώρα μιλάω για αντικοινωνικά στοιχεία με περιορισμένη και αποσπασματική επαφή με την πραγματικότητα, για ανθρώπους απορροφημένους από τις δουλειές και τα όποια επαγγελματικά τους επιτεύγματα. Για ανθρώπους που θα δημιουργήσουν φασαρία επειδή μπορούν κι επειδή, βεβαίως, κατέχουν την αλήθεια. Ωστόσο, ο μεν άντρας παραμένει για όλους σεβαστός συνομιλητής, αν και βίαιος, ανυπόφορος κι αποφευκτέος, αν γίνεται. Η γυναίκα, εξίσου ή λιγότερο τρελοκομείο, είναι απεναντίας μια μουρλοφεμινίστρια, η ενσάρκωση του παραλογισμού και του ακαταλόγιστου. Ό,τι και να πει είναι παλαβομάρα, πάει και τελείωσε.

Με αφορμή αυτούς τους δύο, αυτό το γκροτέσκο ντουέτο του οποίου το αρσενικό μέλος είναι στο απυρόβλητο, σκεφτόμουν πόσο εύκολο είναι να απαξιώσεις τη γυναικεία κρίση. Επιστρέφοντας στις υπέροχες τρελές της ζωής μου, μαζί με μία εκ των οποίων ζω, αυτές είναι γυναίκες παράφορες, αυθόρμητες, ενθουσιώδεις -- ή συνδυασμός των παραπάνω. Ακριβώς γι' αυτό κάθε μία από αυτές υπέστη έντονο πατρονάρισμα, ιδίως στον χώρο δουλειάς ή στον οικογενειακό κύκλο: η φιλαλήθεια, ο ενθουσιασμός, η παρρησία τους (ιδίως αυτή) τιμωρήθηκε και στηλιτεύθηκε επανειλημμένα. Καθεμιάς η γνώμη και οι αποφάσεις και η κρίση (λεπίδα κοφτερή, αν ρωτήσετε εμένα) απαξιώθηκαν γιατί 'παραλογιζόταν η καημένη'. Όταν δυσανασχετούσαν χρειάζονταν ψυχοφάρμακα, ενώ όταν ενθουσιάζονταν ήταν χαζοβιόλες και υπερβολικές. Προσωπικότητες στις οποίες ο αυθορμητισμός, το πνεύμα και η ανεξαρτησία συναντιούνται, περνιούνται για τρελές. Μέχρι κι εγώ κάθομαι και -- τόσα χρόνια μετά -- τις λέω τρελές και τα γράφω αυτά ενώ πρέπει να σηκωθώ αύριο στις εφτά το αργότερο για να πάω στη δουλειά.

Ας είναι, αυτές είναι γενναίες. Και ας τις λένε τρελές. Καλά κάνουν και τις λένε τρελές. Να ξεχωρίζουμε και ποια είναι ποια...

Η φωτογραφία είναι της murplejane

GatheRate

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Ανταρσία, απελπισία, σκοτάδι και μαγεία.

Ασφαλώς και ελάχιστοι από εμάς, και μάλιστα οι λεγόμενοι 'σοβαροί' άνθρωποι, θα μιλήσουμε για την πορνογραφία. Ποιος άλλωστε θα παραδεχτεί ότι ξέρει κάτι "απ' αυτά". Θα μιλήσουμε ενδεχομένως για την ερωτογραφία, δηλαδή την τέχνη του λόγου της οποίας η θεματική είναι ο έρωτας "των άκρως αισθητών" (πόσο εύστοχα κι ωραία το έθεσε ο πούστης!). Θα μιλήσουμε για την ερωτογραφία είτε γιατί την παράγουμε, είτε γιατί την απολαμβάνουμε και ως δήλωση ότι μετέχουμε ενός πνευματικού πολιτισμού που αντιμάχεται και καταστρατηγεί την πνιγηρή "τρεχάμενη ηθική", μια ηθική που δεν είναι παρά μια παρατρεχάμενη του πιο στεγανού ολοκληρωτισμού και κάθε λογής αυταρχικότητας.

Η πορνογραφία όμως δεν έχει φίλους, έχει μόνο 'χρήστες', λες και είναι πρέζα.

Υπάρχουν σοβαροί λόγοι, βεβαίως, ακόμα κι αν αφήσουμε στην άκρη μπιχεβιοριστικές κορώνες για το τι ανθρώπους διαμορφώνει (...) ή αλλόκοτα κρωξίματα περί εκμετάλλευσης και εξευτελισμού της γυναίκας: δεν ξέρω τι νόημα έχουνε σε μια εποχή που εκατομμύρια άνθρωποι κάθε φύλου, γένους, προσανατολισμού, κατεύθυνσης και όλων των προτιμήσεων εκουσίως αυτοπορνογραφούνται είτε για προσωπική χρήση, είτε για διάδοση, είτε και για εμπορία. Όπως το μάτι του ρεπόρτερ δεν ανήκει πια μόνο στα κανάλια και στις εφημερίδες αλλά και σε όποιον έχει κινητό, έτσι και το μάτι του πορνογράφου ανήκει σε όποιον έχει τα προσιτά μέσα και την καλή διάθεση.

Υπάρχουν όμως σοβαροί λόγοι να έχεις πρόβλημα με την πορνογραφία. Η μεγάλη πλειονότητα του επαγγελματικά φτιαγμένου πορνογραφικού υλικού που κυκλοφορεί μας έρχεται είτε από μια γειτονιά του Λος Άντζελες, είτε από τρεις-τέσσερις ευρωπαίους υπερπαραγωγούς. Υπερφωτισμένα πλάνα, υπερσουλουπωμένες γυναίκες λες και φτιαγμένες από πρωτόγονο πρόγραμμα τρισδιάστατης σχεδίασης, απόλυτη σεναριακή προσκόλληση στο εξής τελετουργικό: στοματικό αλλέ, στοματικό ρετούρ, λούπα· σφυροκόπημα α λα καρτ και αλλαγή στάσης (ν φορές, όπου ν≤4), τέλος στα μούτρα ή εκεί γύρω. Βλέπεις ουλές από τις προσθετικές, βλέμματα λιγωμένα μα ντεκαυλέ, δωμάτια ξενοδοχείων, πισίνες στελεχών και σαλόνια βιλλών, αλλόκοτες ανατομίες (αλογίσιες ψωλές ανεξαιρέτως περιτμημένες, μουνιά σα σχισμές κουμπαρά από τις εγχειρίσεις κτλ.), τανύσματα, διαστολές, διατάσεις, ακούς βρωμόλογα που δεν είναι βρωμόλογα παρά κάπως άνοστα ξόρκια. Και όλα τ' άλλα είναι niche.

Βεβαίως, έτσι πορεύεται ο κόσμος, με συναινέσεις και με μίνιμουμ προγραμματικές συμφωνίες -- για τα υπόλοιπα υπάρχουν, όπως είπαμε, τα niche. Κι εν πάση περιπτώσει, όπως είπα, η εποχή του Ταρατατά, του τσοντοσινεμά, του Πριβέ και της βιντεοκασέτας έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί: ό,τι θέλεις μπορείς να το βρεις. Εγώ λ.χ. τις προάλλες γκουγκλάροντας 'Constance' βρήκα την ομώνυμη θρυλική ταινία της Zentropa (άσε που ήτανε "πορνό για γυναίκες" και μας είχε φάει η περιέργεια). Η ανακάλυψή της είναι αφορμή αυτού του ποστ, αφού η ταινία είχε γίνει θρύλος όταν βγήκε το '98, δεν την έβρισκες πουθενά και τότε οι συνδέσεις μας ήτανε πολύ αργές και τα βίντεο διαρκούσαν γύρω στα 10 με 20 δευτερόλεπτα...

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Μήπως ότι η εποχή μας θα πετύχει αυτό που δεν κατάφερε η δεκαετία του '70 ή -- με τον τρόπο της -- η δεκαετία του '20; Ότι δηλαδή θα κάνει την πορνογραφία αποδεκτή;

Δε νομίζω. Ακόμα και αν (όπως μαθαίνω) η νεολαία καταναλώνει υπερπολλαπλάσια πορνογραφία από εμάς, η παρακολούθηση τσόντας και των παραλλαγών της θα παραμείνει μια ιδιωτική δραστηριότητα όπως η άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτή μαλακία. Άλλωστε, οι περισσότεροι από εμάς θα προτιμούσαμε να μη μας πιάσουν να παρακολουθούμε τσόντες, εκτός κάποιου ερωτικού παιχνιδιού, επειδή την πορνογραφία την παντρεύεις πολύ δύσκολα και, ακόμα κι αν τα καταφέρεις, ο γάμος είναι σκέτη αποτυχία. Θυμηθείτε επικές πατάτες και παπάντζες της δεκαετίας του '70 και του '80 (π.χ. το The opening of Misty Beethoven, το Dog Walker κι ένα σωρό κουλτουροτσόντες, τις οποίες οι Γάλλοι συνεχίζουνε να βγάζουνε σχεδόν απτόητοι, με αποκορύφωμα το κακόμοιρο το Romance με διευθυντή φωτογραφίας τον μεγάλο Γιώργο Αρβανίτη). Θυμηθείτε επίσης το απεχθές είδος της ιταλικής σεξοκωμωδίας, το οποίο κατέληγε συχνά στο γνωμικό "λάδι, λάδι και τηγανίτα τίποτα". Να μην πω για τα "Μυστήρια του οργα(νι)σμού", κ.ο.κ. Ο γάμος της πορνογραφίας με οτιδήποτε άλλο, όχι μόνο με την τέχνη, δεν μπορεί να δουλέψει γιατί το να βλέπεις τσόντες λέει ξεκάθαρα κάτι σαφές για τις προθέσεις σου, και μάλιστα παρά τη θέλησή σου. Αυτό δεν αρέσει, και καλά κάνει, στους ελεύθερους ανθρώπους: το παραγνωρισμένο και καταστρατηγούμενο δικαίωμα στη σιωπή (θα έπρεπε να) είναι αναφαίρετο.

Ταυτόχρονα, η ύπαρξη και η παραγωγή και η μέθεξη (χάχα) με την πορνογραφία -- και μάλιστα τη μη στουντιάτη-σιλικονάτη, τη μη επαγγελματική -- είναι ανατρεπτική πράξη. Το είπε ο Ηλίας Πετρόπουλος χρόνια πριν. Το συνόψισε κι ο πάλαι Δαβαράκης σε ένα από τα πιο ωραία τραγούδια του Χατζιδάκι:

Μέσ' τον κόσμο χάνομαι
και απ' τα πάθη μου πιάνομαι.
Δίνω σώμα, δίνω φως,
μα πεθαίνω σοφός.

Πορνογραφία σημαίνει ανταρσία,
απελπισία, σκοτάδι και μαγεία.
Πορνογραφία σημαίνει στην ουσία
φωτογραφία σημάδι των καιρών.

Στην ερωτογραφία η ερεθιστικότητα όσων εξιστορούνται ή αναπαρίστανται συμπλέκεται με την αισθητική απόλαυση του τρόπου που εξιστορούνται ή αναπαρίστανται, δημιουργώντας ένα σύνθετο και αμφίρροπο αποτέλεσμα, ένα αποτέλεσμα που 'οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει'. Η πορνογραφία, απεναντίας, είναι απροκάλυπτος διονυσιασμός για το αδηφάγο μάτι, μαγεία για τους κατοπτρικούς νευρώνες, παρηγοριά για το πνεύμα που νοσταλγεί και εκπλήρωση για την ψυχή που πεινάει να δει Liebestraum μπροστά της ολοζώντανο, αφορμή για την πυκνή καύλα ή την απλή λίμπιντο που ψάχνουν υπόθεμα, εικονογράφηση για το ασυνείδητο που εξεγείρεται και πιέζει τεκτονικά προς τα πάνω. Ταυτόχρονα θα παραμένει απροκάλυπτη και μονοσήμαντη και πικρή, απελπισία και σκοτάδι, αφού εν πολλοίς είναι μοναχική, η εξιστόρηση και η απεικόνιση μιας διαυγέστατης απουσίας.

Ανταρσία; Ναι, ανταρσία. Όχι μόνο για το ασυνείδητο αλλά και γιατί υλοποιεί και εικονογραφεί την πολύμορφη και πολύτροπη ηδονή, σαρκώνει ορατά την πρωτεϊκή πραγματικότητα της ανθρώπινης επιθυμίας. Την πολλές φορές ανομολόγητη Καύλα αντρών και γυναικών.

GatheRate