Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Μικρή αρχαιολογία της επιθυμίας ή Το πολιτικό ως αντίδοτο της ενοχής (γραμμένο μαζί με τον Χρήστο Νάτση)

Το κείμενο αυτό είναι γραμμένο από κοινού με τον Χρήστο Νάτση. Ο Νάτσης ήταν ο Μπόουι κι εγώ ο Μπράιαν Ήνο: παραγωγός και χτενιστής. Η φωτογραφία είναι του Weegee.

Την εποχή του απολίτικου ακτιβισμού, δηλαδή μία εποχή πριν, κοινωνική ευθύνη και διακριτική δράση για τα δικαιώματα των άλλων, συνήθως επιστολογραφικού και φιλανθρωπικού χαρακτήρα, εκτόνωναν τα ενσυναισθητικά αντανακλαστικά του μέσου επαγγελματία κάτω των 50. Την εποχή εκείνη επαναβεβαιώθηκε, και δη σαν να αποτελούσε αξίωμα, η ενοχική αντίληψη για την απόλαυση: η απόλαυση του ενός είναι η οδύνη πολλών. Οι πολλοί θα βρίσκονταν κατά κανόνα στον Τρίτο Κόσμο, ή και στον καθ' ημάς Τέταρτο Κόσμο. Για παράδειγμα, η συγκομιδή του καφέ σου γίνεται από σκλάβους ενώ η σοκολάτά σου προϋποθέτει κι αυτή σκλαβιά. Το μπιφτέκι σου καταστρέφει το τροπικό δάσος και επιβαρύνει την ατμόσφαιρα με διοξείδιο του άνθρακα από βοοειδή που πέρδονται. Το πουκάμισό σου το έραψαν παιδιά στο Μπανγκλαντές. Η εκδρομή με τα δικά σου παιδιά και τον πατέρα τους καταστρέφει το στρώμα του όζοντος ενώ σπονσοράρει τα αυταρχικά καθεστώτα του Αραβικού κόσμου, μέσω των πολυεθνικών του πετρελαίου. Μια βραδιά στο στριπτιζάδικο τροφοδοτεί απαρέκκλιτα ένα παγκόσμιο δίκτυο δουλεμπορίας γυναικών, που οι απολίτικοι αποκαλούν ευφημιστικά 'τράφικινγκ'. Ακόμη, στους κύκλους ακραίων, η δωρεάν παιδεία για τα παιδιά σου επιβαρύνει φορολογικά την εύπορη κυρία που επέλεξε να στείλει τα δικά της στο ιδιωτικό σχολείο. Και πάει λέγοντας.

Βεβαίως, η καχυποψία απέναντι στην απόλαυση, η εξαργύρωση κάθε χαράς με την οδύνη κάποιων κάπου αλλού, μακριά ή κοντά, έχει τις ρίζες της ήδη στο πλατωνικό Συμπόσιο, όπου διαμορφώνεται η μεγάλη αφήγηση που θέλει την απόλαυση, αλλά και την επιθυμία την ίδια, να θεμελιώνονται αρνητικά, να προϋποθέτουν οπωσδήποτε την έλλειψη. Στην γενεαλογία της επιθυμίας ως έλλειψης -- της επιθυμίας δηλαδή ως εξαγόμενου μιας αρνητικής διαδικασίας -- κεντρική θέση κατέχει βεβαίως ο μύθος του ανδρογύνου, ο χωρισμός του οποίου κάνει άντρα και γυναίκα να ψάχνουν εναγωνίως το άλλο τους μισό.Ο μύθος του ανδρογύνου προσδίδει στην επιθυμία ως έλλειψη αρχετυπική θεμελίωση αλλά και γκροτέσκο χαρακτήρα -- έναν χαρακτήρα που δεν θα απολέσει ποτέ στις διάφορες εκφάνσεις του, μυθώδεις ή μη. Σύμφωνα με τον μύθο, υπήρχαν αρχικά μόνο κατι σφαιροειδή ανθρώπινα όντα με διπλό πρόσωπο και διπλά γεννητικά όργανα, με οκτώ άκρα που μετακινιόντουσαν κάνοντας τούμπες. Κι έπειτα, μετά από απόφαση των θεών, ο Δίας αρπάζει αυτά τα όντα και τα διχοτομεί σαν «βρασμένα αυγά». Από τότε και στο εξής αρχίζει η αιώνια αναζήτηση του Άλλου, που εξυπακούει και υπογραμμίζει τη δομική ανολοκληρότητα του όντος. Ανολοκληρότητα που μόνο προσωρινά μπορεί να καταπραϋνθεί με το σεξ, για να επανέλθει ακόμη εντονότερη. Ο πλατωνικός μύθος λοιπόν εικονίζει υποδειγματικά ακριβώς αυτή την αντιδραστική πολιτική οικονομία της θέλησης.

Όπως είναι αναμενόμενο, τη σκυτάλη από τον Πλάτωνα θα παραλάβει ο Χέγκελ, που θα συνεχίσει αυτήν την παράδοση προσθέτοντας κι αυτός έναν αρχετυπικό μύθο, που με τη σειρά του θα μπολιάσει ολόκληρο τον 19ο και 20ο αιώνα: τον μύθο του Κυρίου και του Δούλου. Ο Χέγκελ σκηνοθετεί κι αυτός μια προϊστορική αναμέτρηση, όπου ο Δούλος είναι αυτός που φοβήθηκε για τη Ζωή του και προτίμησε να γινει υπηρέτης από το να ρισκάρει να πεθάνει. Κι όμως, αυτή η στιγμη της διαμεσολάβησης της επιθυμίας θα δώσει στον Δούλο, με το πέρασμα του χρόνου, το πλεονέκτημα. Ο Κύριος, που δεν παραιτείται από την επιθυμία του, που την εκπληρώνει θετικά, έχει τελικά την ανάγκη του Δούλου, που δουλεύει το Πράγμα. Η τριβή του Δούλου με το Πράγμα -- δηλαδή η εργασία -- θα τον καταστήσει τελικά κυρίαρχο του παιχνιδιού.

Πολλαπλά διαμεσολαβημένη, η διαλεκτική Κυρίου και Δούλου θα επηρεάσει και όλη τη μεταπολεμική γαλλική σκέψη: από τον Μπατάιγ και τον Μπλανσό, μέχρι (λοξά στην αλλαγή) και τον Λακάν, τον μύστη των σύγχρονων οπαδών της μη ολοκλήρωσης και του φόβου της καθαρής, θετικής, παραγωγικής επιθυμίας. Στα χέρια των Γάλλων, η επιθυμία ως αρνητικότητα, η μέχρι τα όρια του γκροτέσκου αναζήτηση του ελλίποντος Άλλου, θα δώσει μεν αριστουργήματα όπως την Μαντάμ Εντουαρντά, αλλά επίσης θα προσδέσει την απόλαυση γερά στο άρμα της ενοχής. Η επιθυμία ως αρνητικότητα θα οδηγήσει στη θλιβερή οντολογία της μελαγχολίας, στην οποία με τη σειρά της είναι ριζωμένη η πολιτική αμηχανία μιας σκέψης δωματίου (μιας σκέψης που διατηρεί ρητώς αιμομικτικές σχέσεις με τις πηγές της, που τη βαραίνει το άγχος της επίδρασης). Δεν υπάρχει ίσως καλύτερη εξεικόνιση αυτής της συνθήκης από τους Ονειροπόλους του Μπερτολούτσι: τρεις νέοι βρίσκονται παγιδευμένοι στα αδιέξοδα της δυτικής επιθυμίας (λογοκεντρικής και φαλλοκεντρικής) που ευνουχίζει την πράξη: ενώ έξω το πολιτικό κυματίζει, εκείνοι μέσα παραμένουν άπρακτοι, σε υστερική παράλυση σχεδόν.

Στο χρονολογικό ενδιάμεσο αυτών των προσεγγίσεων, μεταξύ του Χέγκελ και των Γάλλων, αλλά λειτουργώντας ως αντίποδας, βρίσκεται από το 1844 κιόλας ο Μαρξ. Το χρήμα στα 'Παρισινά χειρόγραφα' περιγράφεται ως το αποτέλεσμα της συσσωρευμένης αποχής από την εκπλήρωση της παραγωγικής επιθυμίας. Αυτή η περιγραφή προοικονομεί την δυσκοίλια ικανοποίηση της ηθικιστικής φιλανθρωπίας στην εποχή του απολίτικου ακτιβισμού κατανωλωτών με συνείδηση, καθώς και των κομψών συμβολικών διαμαρτυριών τους.

Η λύση, η μόνη λύση από τους Νέους Χρόνους και μετά τουλάχιστον, είναι βεβαίως το πολιτικό: άλλωστε, ας έχουμε κατά νου πως η ιδιότητα του πολίτη θεμελιώνεται στην φορολογία μετά το no taxation without representation. Με άλλα λόγια, η εκχώρηση τμήματος του εισοδήματός μου είναι η υλική βάση του δικαιώματος. Παράλληλα είναι και η υλική βάση της απαίτησης ενός κράτος δικαίου και πρόνοιας, που θα αναλαμβάνει αυτό να μετατρέπει την φιλανθρωπία σε κοινωνική πολιτική. Για να γίνουμε πιο σαφείς: δεν υπάρχει πράξη μεταβίβασης χρήματος, πλούτου κτλ. που να μην είναι εξουσιαστική. Το ίδιο το κράτος, ως πεδίο εκδίπλωσης των αντιθέσεων και των συγκρούσεων των κοινωνικών ομάδων, είναι ο προνομιακός τόπος άρθρωσης του πολιτικού και ως εκδήλωσης της επιθυμίας.

Με άλλα λόγια, η ενοχικά ηθικίστικη κι ευνουχισμένη επιθυμία να προσφέρω στον συνάνθρωπο από το υστέρημά μου αποτελεί τελικά τον αναδιπλασιασμό της σύγκρουσης εντός του υποκειμένου. Πρόκειται όμως για έναν αναδιπλασιασμό που επικυρώνει την ήττα μιας χειραφετημένης, θετικής, καταφατικής προσωπικότητας. Αν αντιμετωπίζω ενοχικά τις επιθυμίες μου, έχω εξασφαλίσει την αδυναμία μου να τις εκφράσω και να τις διεκδικήσω πολιτικά, είτε πρόκειται για πληρωμένες διακοπές, είτε για περίθαλψη, είτε για χειραφέτηση από τον κοινωνικό έλεγχο.

Η επιθυμία τελικά, η γενναιότητα της επιθυμίας, συναρτάται με το πολιτικό ως πράξη.

GatheRate

2 σχόλια: