Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Ντου από παντού

Η μούργα κι η βρωμιά που είναι η Ελλάδα του 2017 δεν χρειάζεται άλλη παρουσίαση και περιγραφή: εξαθλίωση, εγκατάλειψη, ξεπούλημα, ναζί και κρυπτοφασίστες, υποταγή, χρηστοήθειες, φτώχεια παντού, εφησυχασμός, παπαδοκρατία, απελπισία, εθνικισμός, εξαπάτηση, πατριαρχία, συνωμοσιολογίες, εργολαβοκρατία, πουριτανισμός, καταφυγή στο ευτελές...

Το ζήτημα είναι πώς θα σπάσει αυτή η δυσώδης κρούστα που καλύπτει το (θέλουμε να πιστεύουμε) ωραίο σώμα μας.

Χρειάζεται ντου από παντού.

Οκέι, κατ' αρχήν χρειάζεται ταξικό κοινωνικό κίνημα από κάτω, οριζόντια διαμορφωμένο και αυτοοργανωμένο. Αυτοί που πλήττονται αυτοί πρέπει να δράσουν. Άλλωστε την είδαμε την ανάθεση στον ΣΥΡΙΖΑ: υποκατέστησε την κοινωνική ατζέντα με χάδια στον καβάλο του ανώτερου κλήρου και με συγκυλισμούς με εθνικιστές και στρατόκαυλους -- αφου αυτά θέλει ο "λαός" της απόγνωσης και του φαντασιακού τους. Το βλέπουμε το ΚΚΕ εδώ και δεκαετίες, μας βλέπει κι αυτό από τις κορφές της Γκιώνας που αστράφτουν από θύμησες και μεσσιανικές εξαγγελίες. Δεν μιλάω πια για Αριστερά, που παίζει με τον Αλτουσέρ, περιμένει να βγει ο Κούλης για να αντιπολιτεύεται χωρίς ενοχή και πλάθει σύνθετες λέξεις για να περιγράψει αυτά που αφορούνε λίγους και τους ίδιους. Και μιλάω για ταξικό κίνημα γιατί είδαμε πώς οι αταξικές αγανακτήσεις, οι "προς Θεού όχι διχόνοιες", οι πάνω πλατείες και τα φάσκελα, "τα κόμματα διχάζουν" και οι εθνικές ενότητες μάς έριξαν σε σωρραίους, σε λιτανείες με λείψανα, σε κομψές παραιτηθειάδες και σε κυριακάτικα κηρύγματα Ράμφου-Αρίστου-Χωμενίδη και δεν συμμαζεύεται.

Δεύτερον χρειάζεται μαζική επίθεση καμπ, κραγμενότητας και ξετσιπωσιάς: πρέπει να βγούμε όλοι με σαγιονάρες, με φτερά, με σπήντο, με γκλίτερ και μποντυπέιντ, ξεκάλτσωτες, με γυαλιά Έλτον Τζων και Χάρυ Κλυν, ξώβυζες, με νεροπίστολα, με φανελάκια Ατθίς και σορτσάκια λαϊκής και ό,τι άλλο να χορεύουμε και να κουνιόμαστε και να χοροπηδάμε και να τραγουδάμε φάλτσα στους δρόμους: χρειάζεται ένα Καρναβάλι δυο φορές τον μήνα, ένα πράιντ κάθε δυο μήνες, τακτικά πάρτυ στους δρόμους από τρανς άτομα (και "ειλικρινή" και "μέτα") και λεσβίες κομμάντο και απαίσιους θηλυπρεπείς βαμμένους που κάνουνε τον γκέι τον σωστό, τον βαρβάτο να φρίττει και να ντρέπεται (για να μην πω για τον νοικοκύρη, που ωστόσο δεν μασάει να εξηγεί στο παιδί του γιατί υπάρχουνε ζητιάνοι). Πρέπει να σπάσει αυτή η αηδία. Πρέπει επιτέλους να βγουνε στους δρόμους βλάσφημοι ερμοκοπίδες, τα ΑμεΑ, ζαβοί ποιητές, μπουτς κορίτσια που θέλουνε φαμ στοργή και τανάπαλιν, οι τρελοί του χωριού, ο Χριστοπιστίας. Πρέπει να σπάσουμε τη βιτρίνα μιας κοινωνίας που πέρασε από την αγροτοποιμενική βαρβαρότητα που κοίταζε προς Φανάρι μεριά σε μια φω αστική υπερκαθωσπρέπεια κι ευπρέπεια που κοιτάζει προς Σηκουάνα μεριά. Πρέπει να μπούμε στο μάτι όσων κλειδαμπαρώνουν τις ζωές των άλλων και ρυθμίζουν αυθαίρετα τι "θέλουμε να βλέπουμε" στους δρόμους μας, στον δημόσιο βίο και στις ζωές μας. Ναι, και πάλι από κάτω και αυτό το ντου.

Τρίτον, η εποχή απαιτεί σοβαρότητα ακριβώς επειδή οι ελίτ της εποχή είναι θρασείες κι η ίδια η εποχή εντελώς απορρυθμισμένη κι ό,τι να' ναι, επειδή μας κοροϊδεύουν οι προνομιούχοι μέσα στα μούτρα μας σαν τον πρόεδρο Τραμπ και σαν τον Γκίκα Χαρδούβελη, που δεν ήξερε ότι πρέπει να υποβάλει πόθεν έσχες. Ακριβώς λοιπόν επειδή η εποχή είναι απορρυθμισμένη και οι ελίτ έχουνε ξεμπουρνταλιαστεί, η σοβαρότητα πρέπει να διακρίνει πια τις πράξεις, το έργο μας και τη δριμύτητα του χαβαλέ και της σάτιράς μας: όσο πιο οξύστομος ο αθέρας τους, τόσο πιο σοβαρός ο χαβαλές, τόσο πιο σοβαρή η σάτιρα. Πρέπει να πάρουμε αυτό που κάνουμε και αυτό που θέλουμε στα σοβαρά ώστε να κλωτσήσουμε ανελέητα τη σοβαροφάνεια και κάθε πρόσχημα που υποκαθιστά τη σοβαρότητα ώστε να παραμένει εύτακτη και τακτοποιημένη η βιτρίνα. Αυτό δούλευε τις εποχές της ανοχής και τις εποχές της σχετικής ασφάλειας και της σχετικής αφθονίας, αλλά αυτά τέλος πια: χαβαλέ και υπονόμευση παντού, σε κάθε βεβαιότητα κι ευπρέπεια μιας εκτραχηλισμένης κοινωνίας. Κανένα σεβασμό σε κανέναν που έχει προνόμια και θέλει να τα προασπιστεί και να τα επεκτείνει επικαλούμενος την μπάσταρδη "σοβαρότητα" των σοβαροφανών.

Τέταρτον, πρέπει να κάνουν εμφανή την παρουσία τους οι μειονότητες. Ένας Γιάννης Αντετοκούμπο δεν φέρνει την άνοιξη. Ρομά, Νέοι Κυψελιώτες και Πατησιώτες, Αλβανοί γεννημένοι στην Ελλάδα, όλοι όσοι δεν έχουν ή δεν θα είχαν ιθαγένεια αν της πέρναγε τότε της ΝΔ πρέπει να βγούνε και να ρίξουνε κάμποσα σβέλτα σκαμπιλάκια στην πλαγγόνα του ΕΟΤ εντός μας που λέγεται Ελλάδα-Έλληνες-Ορθοδοξία-Εθνική Ενότητα. Χιπ χοπ, γκράφιτι, ποιητικά τζαμαρίσματα -- δεν ξέρω τι: όλα τώρα χρειάζονται. Μπας και βγει από το μυαλό του Έλληνα που μεγάλωσε σε σχολεία όπου ο χάρτης της Ελλάδας έπλεε μεταξύ μπλε θάλασσας και μπεζ νομανσλανδιών ότι είναι μοναδικός, επιούσιος, ξεχωριστός, θεοσκέπαστος. Ένας υπέροχα μπάσταρδος λαός είναι, όπως όλοι οι ας πούμε υπέροχοι λαοί, επιστάτης και τοποτηρητής αρχαιοτήτων. Αν Βαλκάνιοι και Τουρκόσποροι ήτανε κατάλληλοι για αυτόν τον ρόλο, γιατί όχι και όλοι όσοι αγαπούν και μεγαλώνουν σε αυτόν τον τόπο; Χρειαζόμαστε όλοι τη φωνή τους.

Τέλος, και το πιο δύσκολο, χρειαζόμαστε πια κριτικούς που δεν πίστεψαν ποτέ ότι μαθαίνεις να σκέφτεσαι γράφοντας εκθέσεις και μαθαίνοντας Αρχαία. Χρειαζόμαστε κριτικούς και γραφιάδες που δεν χρωστάνε χατήρια σε κανέναν κερατά και σε κανέναν πονηρό μαικηνίσκο, που ξέρουνε και πέντε γράμματα. Αυτούς τους χρειαζόμαστε πολύ, επίσης. Αλλά επειδή πια πέρασα στο σχεδόν ανέφικτο, σταματάω.

Τι θα μείνει από όλα αυτά κι αν έρθουν; Ίσως λίγα. ίσως μια ανάμνηση ότι δεν είναι τα πάντα κανονικότητα κι αποκλεισμός και ΤΙΝΑ. Ίσως και η γνώση, που μια άλλη γενιά θα αξιοποιήσει, ότι μπορεί νὰ φωνάξει δυνατὰ γιὰ νὰ δείξει πῶς δὲν ἀπέθανε.

Η εικόνα είναι του Μπρύγκελ.

GatheRate

Εναντιοδρομία στη μνήμη


Όσοι χρησιμοποιούσαν τα μπλογκ για ημερολόγια σύντομα βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα παράδοξο.

Ας πούμε ότι κρατάτε ημερολόγιο γράφοντας σε ένα τετράδιο λιγότερο ή περισσότερο φανταιζί: από μπλε Διεθνές και Σούπερ μέχρι Moleskin. Ας πούμε ότι μετά από έξι μήνες ή έξι χρόνια το γεμίζετε. Τέλος, ας πούμε ότι μετά από καιρό το ξεφυλλίζετε: η διάταξη των εγγραφών ακολουθεί τη ροή του χρόνου κατά την περίοδο που κρατάγατε ημερολόγιο από το απώτερο παρελθόν προς το πιο πρόσφατο. Αν λ.χ. ξεκινήσατε το ημερολόγιό σας την άνοιξη του 2010 και το συμπληρώσατε τα Χριστούγεννα του 2016, η αλληλουχία των εγγραφών θα ακολουθεί το πέρασμα του χρόνου.

Αυτή είναι και η διεύθυνση της μνήμης συνήθως, όταν δεν χοροπηδάει μπρος-πίσω σε προλήψεις (flash forward) κι αναλήψεις (flashback): πάει όπως φυσάει ο χρόνος, ακολουθεί το πέρασμα του χρόνου. Διαβάζεις στην αρχή για την πρόσληψή σου και πολλές σελίδες μετά για την απόλυσή σου. Συνεπώς, διαβάζοντας το ημερολόγιό σου έχεις τη (μάλλον απατηλή) αίσθηση ότι ξαναζείς ένα τμήμα της ζωής σου.

Ας πούμε όμως τώρα ότι κρατάγατε ημερολόγιο σε μπλογκ, δίνοντας τοιουτοτρόπως την ευκαιρία και σε άλλους να σας λένε για τη ζωή σας ή, συχνότερα, να εκτιμήσουν τα αφηγηματικά σας χαρίσματα και την καλολογία σας. Τότε θα βρισκόσασταν αντιμέτωποι με το εξής: έχοντας ξεκινήσει το μπλογκ σας το 2004 και έχοντάς το κλείσει πανηγυρικά την άνοιξη του 2010 θα είχατε τις εγγραφές σας σε αντίστροφη χρονολογική σειρά. Πάνω πάνω θα διαβάζατε τα πιο πρόσφατα συμβάντα, συναισθήματα, ιδεοκοπήματα, βάσανα και μικρά θαύματα και σκρολάροντας προς τα κάτω ή γυρνώντας ηλεκτρονικές σελίδες θα προχωρούσατε προς τα πίσω, εναντιοδρομώντας, πηγαίνοντας progressively backwards.

Η μνήμη ωστόσο σπανίως καταφέρνει να ρέει αντίστροφα, δυσκολεύεται να πάει κόντρα στο ρεύμα του χρόνου. Εκεί όπου αρχίζει το μπλογκ διαβάζεις για την απόλυσή σου, πολλές σελίδες, πολλά ποστάκια-εγγραφές πιο κάτω βρίσκεται η είδηση της πρόσληψής σου. Συνεπώς, διαβάζοντας το βιωματικό μπλογκ σου έχεις την (εντελώς απατηλή) αίσθηση ότι ατενίζεις το αβέβαιο και ίσως αφελές παρελθόν σου με τη στερνή γνώση, το hindsight ενός σχετικού μέλλοντος.

GatheRate

Οδύσσεια



Όταν ήμουν έξι-εφτά χρονών το μόνο που ήθελα να κάνω ήτανε να διαβάζω, να βλέπω τηλεόραση (γι' αυτό κι αποβλακώθηκα) και να πηγαίνω κάθε απόγευμα στο Κέντρο Νεότητας για να παίζω Οδύσσεια. Η Οδύσσεια ήταν ένα επιτραπέζιο παιχνίδι, καταπληκτικό ήταν, που παρακολουθούσε το ταξίδι του Οδυσσέα στη Μεσόγειο: οι Κίκονες στη Μαρώνεια, οι Λωτοφάγοι στη Λιβύη, η Κίρκη στην Έλβα, οι Λαιστρυγόνες μεταξύ Κορσικής και Γένουας. Η Καλυψώ στην άλλη άκρη, στο Γιβραλτάρ -- εκεί από όπου κατάγεται η Μόλλυ Μπλουμ, η Πηνελόπη του Τζόυς.

*

Σκεφτόμουν την Οδύσσεια: θα ταξιδέψουμε, θα περιπλανηθούμε, θα έχουμε και Κίρκες και Καλυψώ, θα εναλλασσόμαστε στους ρόλους του Οδυσσέα και της Πηνελόπης, ή μάλλον θα είμαστε και οι δύο Οδυσσείς. Δεν θα είναι το ταξίδι του Νόστου ούτε νεκρός ούτε χαμένος χρόνος — πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού καταφέραμε να συναντηθούμε πριν χωριστούμε. Και λέω πως θα ανταμώσουμε και θα αναγνωριστούμε και το έπος θα τελειώσει εκεί όπου λένε κάποιοι φιλόλογοι ότι θα έπρεπε να τελειώνει η Οδύσσεια: στη ραψωδία ψ, πάνω στο χτιστό κρεβάτι.

*

Η Οδύσσεια είναι ένας κόσμος διαφορετικός από της Ιλιάδας. Όλη η Οδύσσεια προχωρεί με γυναίκες και από γυναίκες: η Ελένη στην Τηλεμάχεια, η Αθηνά (με τις μεταμορφώσεις της) παντού, και βέβαια: Κίρκη, Καλυψώ, Λευκοθέα, Ναυσικάα, Πηνελόπη.

*

Αναρωτιόμουν γιατί ο Οδυσσέας κάθησε εφτά ολόκληρα χρόνια στην Ωγυγία. Μας έλεγαν λοιπόν ότι δεν τον άφηνε να φύγει η Καλυψώ. Αυτό προκύπτει και ενδοκειμενικά: πάει ο Ερμής και της λέει "έλα, άσε τον άνθρωπο να φύγει". Κι αυτή πείθεται αμέσως, αφού το θέλουν οι Ολύμπιοι πού να μπλέξει, αφού όμως πρώτα τους τα χώσει ως εξής:

σχέτλιοί ἐστε, θεοί, ζηλήμονες ἔξοχον ἄλλων,
οἵ τε θεαῖς ἀγάασθε παρ᾽ ἀνδράσιν εὐνάζεσθαι
ἀμφαδίην, ἤν τίς τε φίλον ποιήσετ᾽ ἀκοίτην.

Και μετά βεβαίως ως θεά τον βοηθάει πολιτισμένα να φτιάξει τη σχεδία του και να αποπλεύσει, αφού της πει ο Οδυσσέας ότι είναι θεά και δεν συγκρίνεται με την Πηνελόπη και αφού

ἐλθόντες δ᾽ ἄρα τώ γε μυχῷ σπείους γλαφυροῖο
τερπέσθην φιλότητι, παρ᾽ ἀλλήλοισι μένοντες.

Όμως, αν το σκεφτεί κανείς, εφτά χρόνια. Και πότε, σε ποια φάση ακριβώς, άρχισε να κλαίει και να οδύρεται και να αποζητά νόστομον ήμαρ; Λίγο πριν ενδιαφερθούν οι θεοί; Μήνες πριν; Χρόνια πριν;

*

Άραγε, ακόμα μια άνοιξη μετά, εσύ έκανες όσα έκανες σ' εμένα και με ξαναέκανες χωρίς να χρειαστεί να με ξεκάνεις πρώτα, ή εγώ τα πρόσφερα στον εαυτό μου με αφορμή εσένα; Η απάντηση έχει δοθεί αμετάκλητα. Εσύ με έπλασες και με απελευθέρωσες.

*

Είμαι σημαντική γιατι με έκανες και εσύ σημαντική
και αυτό που είμαι·
είσαι σημαντικός γιατί σε έκανα και εγώ σημαντικό.

*

Δεν την ξέρω την απάντηση. Πρέπει όμως να φανταστούμε τον Οδυσσέα ευτυχισμένο στην Ωγυγία. Και πόσο ανθρώπινος ο αποχωρισμός με τη θεά. Κάτι θέλει να πει ο ποιητής, κάτι που ο πολιτισμός μας δεν έχει μελετήσει αρκούντως την ανθρώπινη φύση για να το καταλάβει. Εφτά χρόνια.

*

Όταν είμαι κοντά σου και σε κοιτάζω γύρω πέφτει βαθειά ησυχία, νηνεμία.

*

Λέω καμμιά φορά ότι είμαι το ξενιτεμένο αγόρι σου, σαν κάτι ζευγάρια παλιακά που ζούσαν χωριστά για χρόνια, ο ένας στην Αστραλία κι η άλλη πέρα στ' άστρα.

*

Το έπος της Οδύσσειας, έπος χωρίς μάχες, μεταφυσικό Αρτζούνα κι υπερφυσικούς τοξότες ή πεισματάρηδες πολεμιστές, ξεκινάει με την Καλυψώ. Αλλά στην υπόθεση, λόγω του in medias res, προηγείται η Κίρκη. Η Κίρκη είναι το προηγούμενο, κι ας έπεται στην αφήγηση.

Παρεξηγημένη η Κίρκη. Το ξέρω γιατί έχω γνωρισει πολλές Κίρκες, μένουνε σε ρετιρέ για να είναι κοντά στον πατέρα τους τον Ήλιο, στην Αιαία, που ο Όμηρος πρόφερε αϊαΐα.

Και η Κίρκη θεά, δεινὴ θεὸς αὐδήεσσα. Όλες οι ελεύθερες γυναίκες στον Όμηρο είναι θεές. Οι γυναίκες που μιλάνε, κι αυτές θεές με εξαίρεση τη Ναυσικάα και την Αρήτη στους Φαίακες, αλλά εκεί στη Σχερία είναι ελευθεριακοί κάπως. Οι υπόλοιπες αργαλειό κι εργόχειρο, σκλαβιά και μαλλιοτράβηγμα. Όπως και σήμερα, δηλαδή.

*

Όταν σηκώνομαι από πλάι σου
και μυρίζω όπως εσύ
και μυρίζω σαν εσένα
σκέφτομαι πως η ζωή δεν είναι μόνο
αβελτηρία
φόροι
ιατρικές εξετάσεις
τζάμπα θάνατοι παιδιών σε ξένες χώρες,
σκέφτομαι πως η ζωή καλή είναι.

*

Μαζί με την Κίρκη έμεινε ο Οδυσσέας έναν χρόνο. Μετά τις αρχικές παρεξηγήσεις, τα βρήκανε λαγνικώς: πήγε να τον κάνει γουρούνι (τα γουρούνια είναι μετωνυμία της τρυφυλής μακαριότητας, όχι ιουδαϊκό μίασμα), αυτός τής τσαμπουκαλεύτηκε αφού είχει πιει μώλυ (...)· να μην τα πολυλογούμε, σημασία έχει ότι τελικά τα βρήκανε. Γιατί εδώ ο Όμηρος μάς μιλάει για την αρχική αδεξιότητα που ταλαιπωρεί όσους σμίγουνε για πρώτη (και δεύτερη και τρίτη) φορά. Τα έχουνε πει αυτά οι σοφοί: μετά τους 3-4 μήνες καταλαβαίνεις πώς και τι στις ερωτοπραξίες κι ό,τι τις συνοδεύει. Αν είσαι τυχερός. Γι' αυτό λοιπόν κι ο Οδυσσέας το τραινάρισε λίγο, άλλωστε ο επόμενος προορισμός ήταν ο Άδης, που πάντ' άγρυπνος μάς στέκεται τριγύρου κτλ.

Νομίζω ότι δεν ήτανε τόσο επιφανειακή η σχέση τους όσο θέλει να μας πείσει ο μονοθεϊσμός μας στις σχέσεις. Επίσης μού φαίνεται πως χώρισαν σαν φίλοι. Και από εκεί έφυγε γιατί πεθύμησε το σπίτι του ο Οδυσσέας. Στην Κίρκη κουβέντα για την Πηνελόπη.

*

Για την Πηνελόπη δεν θα πούμε τίποτα. Τα είπε ο Τζόυς, ο μισότυφλος Ιρλανδός. Σε ποιαν απευθύνεται όμως ο ποιητής, στη θεά Καλυψώ, στη μάγισσα Κίρκη ή στη σύντροφο Πηνελόπη, όταν της λέει 

Αγάπη σαν την δική σου δεν θα ξαναϋπάρξει και δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να ξαναϋπάρξει, ούτε και η δυνατότητα να ξαναϋπάρξει.

GatheRate

Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Στο διάκενο της αμφιβολίας

Τώρα που τα μπλογκ μοιάζουνε περιττά κι αξεχώριστα από την έντυπη δημοσιογραφία, αφού σιγά σιγά η έντυπη δημοσιογραφία μεταναστεύει στο διαδίκτυο, υπάρχει άραγε κάτι που να δικαιολογεί την ενασχόλησή μας με μπλογκοκείμενα και συναφείς κειμενικές απόπειρες; Ενδεχομένως, αλλά ο λόγος να συνεχίσουμε να ασχολούμαστε μαζί τους δεν είναι η όποια λογοτεχνικότητά τους, αφού όσοι παίρνουνε στα σοβαρά τη λογοτεχνικότητα των γραπτών τους καταφεύγουν αργά ή γρήγορα πίσω στο χαρτί. Πράγματι, μπορεί οι εφημερίδες και τα περιοδικά να πεθαίνουν αλλά το βιβλίο δεν φαίνεται να εκθρονίζεται ακόμα, δείτε πόσο περιορισμένη είναι η απήχηση πρακτικότατων κατά τα άλλα μέσων όπως το κιντλ. Γιατί τα κιντλ είναι βιβλία από τα λιντλ αφού η υλικότητα του βιβλίου είναι μέρος της γοητείας του, αντίθετα με την υλικότητα περιοδικών κι εφημερίδων, που πάντοτε έμοιαζε με καθέκαστο, αν όχι πρόσκομμα, άλλωστε γι' αυτόν τον λόγο προσχώρησαν η μία μετά την άλλη οι εφημερίδες στο ταμπλόιντ, πολύ πριν εμφανιστεί ο ηλεκτρονικός αντίδικός τους.

Αυτό λοιπόν που μας κάνει να ασχολούμαστε ακόμα, στον βαθμό που ασχολούμαστε μαζί τους, με τα μπλογκ είναι ότι βρίσκονται στο διάκενο της αμφιβολίας, το οποίο ποικιλοτρόπως διαπλέουν διστακτικά ελπίζοντας να το χαρτογραφήσουν. Από τη μια πλευρά υπάρχει η ηπειρωτική γη της άγνοιας: όσα ξέρουμε ότι δεν γνωρίζουμε κι όσα δεν έχουμε ιδέα ότι δεν γνωρίζουμε. Για να αποφανθούμε γι' αυτα υπάρχουνε πάντοτε μέσα όπως το τουίτερ, το φέισμπουκ, κτλ.: όλα αυτά τα καταιγιστικά μπουρμπούτσαλα όπου "αφήνεις απαλά" κάτι για να μαζέψει λάικ και μετά να λησμονηθεί, μη αρχειοθετήσιμο στο διηνηκές. Από την άλλη πλευρά βρίσκονται νησίδες βεβαιότητας: λ.χ. ο μηχανικός αυτοκινήτων ξέρει τι είναι το διαφορικό και θα σου το εξηγήσει με ό,τι μέσον μπορεί και πρέπει: άρθρο, βίντεο, διαφάνειες κτλ. Στο ενδιάμεσο διάκενο, της αμφιβολίας, βρίσκονται τα κείμενα που ανεβάζουμε στα μπλογκ.

Έτσι λοιπόν τα μπλογκ έχουνε γίνει πολύ λιγότερα, λιγότερο ημερολογιακά και λιγότερο βιωματικά και (ευτυχώς θε μου) λιγότερο αυτοαναφορικά. Ασχολούνται περισσότερο με αυτό που δεν χωράει πουθενά αλλού: καταγράφουν αυτό που η αμφιβολία δεν μας επιτρέπει να διατυπώσουμε ρητά και με σαφήνεια και αυτό που η σεμνότητα και η εχεφροσύνη μας υπενθυμίζουν ότι δεν κατέχουμε ακριβώς.

Από εδώ και μπρος υπάρχουνε δύο πιθανές εξελίξεις: μπορεί το μπλογκ ως κάτι που δεν είναι αρθρογραφία, δοκίμιο ή είδηση να σβήσει όπως μάλλον έσβησαν το χρονογράφημα παλιότερα και η επιφυλλίδα· ωστόσο, όπως κι άλλα είδη μεικτά αλλά (μάλλον) νόμιμα, μπορεί να εξελιχθεί σε αυτό ακριβώς το κειμενικό είδος που θα διαπραγματεύεται όσα βρίσκονται μέσα στο διάκενο της αμφιβολίας, ένα διάκενο φαρδύτερο από όσο θέλουμε να παραδεχόμαστε γαντζωμένοι σε φρούδες βεβαιότητες αλλά όχι τόσο χαοτικό και ασυνάρτητο όσο (και πάλι οι δογματισμοί και οι βεβαιότητες μας κάνουνε να) πιστεύουμε.

Η εικόνα από τον Codex Serafinianus.

GatheRate

Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Ding dong the Mits is dead

Ποιος ήταν ο εκλιπών; Αρχετυπικός κομματάρχης και κλασικός ρουσφεταδόρος, οξυδερκής καιροσκόπος, νονός και κουμπάρος χιλιάδων. Ο επίτιμος ήταν ένα από τα πρότυπα των μαυρογυαλούρων και των "πολιτικάντηδων" που εμφανίζονται σε ελληνικές ταινίες. Μέσο, βόλεμα, ρουσφέτι, ρεμούλα (έτσι λέγαμε παλιά τη διαπλοκή).

Το κόμμα της Νέας Δημοκρατιας το υφάρπαξε από τον Στεφανόπουλο (τον μετέπειτα τέως αρχηγό του κράτους) γιατί, έλεγαν τότε, είναι σκυλί και τσακάλι ενώ ο Στεφανόπουλος ήτανε χλεχλές και ευπατρίδης (άντε γιατί το παραξηλώσαμε με τις συμφέρουσες ακυρολεξίες): με άλλα λόγια ο μετέπειτα Ανφαίρ θεωρούνταν ο μόνος που θα μπορούσε να σταθεί απέναντι στον Αντρέα. Η ΝΔ είχε ήδη δοκιμάσει τον κομμουνιστοφάγο μετσοβίτη και τον κεντροδεξιό Μπουλντόζα με οικτρά αποτελέσματα.

Ωστόσο κανείς μα κανείς δεν γούσταρε τον Ψηλό. Εκτός από τα βαφτιστήρια του. Δεν ήταν εύκολο να συμπαθείς έναν θατσερικό Ιζνογκούντ αν ήσουνα καραδεξιός, καραμανλικός, κεντροδεξιός ή μεγαλοαστικών προδιαγραφών. Απλώς πίστευαν ότι αυτός θα τελείωνε την πασοκοκρατία.

Η αλήθεια είναι ότι δεν θα γινόταν ποτέ πρωθυπουργός αν δεν είχε συμπεριφερθεί τόσο καταστροφικά και αυτοκαταστροφικά ο Αντρέας το 1985-1989, ναι, ο δημαγωγός που τόσοι συμπαθείτε. Ο χαρισματικός Αντρέας απομύζησε ό,τι κόζυ και αχκαλέ και (εντέλει) όμορφο είχε η αριστερή αντικουλτούρα, κυρίως η ρηγαδικών προδιαγραφών αριστερά, και έστησε ένα κυβερνητικό υβρίδιο περονισμού και μιτερανισμού, στο οποίο ο ίδιος δέσποζε ως άφθαρτος λαοπρόβλητος Καίσαρας, γοητεύοντας με πειθαναγκασμό και ρητορεία κι αποπέμποντας όποιον υπουργό τού χάλαγε τη μόστρα (είχαμε χάσει τον λογαριασμό των ανασχηματισμών, ώσπου στο τέλος τις αποκαλούσε "αναδομήσεις"). Ο Αντρέας έμπασε και από αριστερά το ψέμα (ως ευφημισμό κυρίως), την πελατοκρατία και τον εθνικισμό στο πολιτικό παιχνίδι. Του χρωστάμε περισσότερα δεινά από όσα θέλουμε να παραδεχτούμε.

Αλλά το θέμα μας είναι ο ήρωας του Σαββόπουλου. Ο οποίος κατάφερε να γίνει πρωθυπουργός μόνο και μόνο γιατί ήτανε τόσο χάλια ο Αντρέας, μετά από μόλις οχτώ χρόνια εξουσίας, αλλά ακόμα και έτσι με δυσκολία και μετά από τρεις εκλογές. Τι θυμόμαστε από τον Χανιώτη των εφτά λουτροκαμπινέδων; Ότι έταζε φτηνά αυτοκίνητα, ως γνήσιος κομματάρχης· ότι βοήθησε τον Κωνσταντίνο Ντεγκρέτσια να φυγαδέψει περιουσία του ελληνικού λαού με το σκεπτικό ότι ανήκε στους βασιλείς παππούδες· ότι επί των ημερών του έγινε απόπειρα να επιστρέψει η Παιδεία στα σχολαρχεία της Γιαδικιάρογλου με τον αλήστου μνήμης Κοντογιαννόπουλο· ότι πούλησε θατσερισμό ιδιωτικοποιώντας κρατικές επιχειρήσεις (με μαζικές απολύσεις) ώστε να επωφεληθούν ημέτεροι -- ψάχτε λίγο το πελώριο σκάνδαλο ΑΓΕΤ Ηρακλής, γκουγκλάρετε κάποιον Παντσαβόλτα. Στα εξωτερικά έδειξε ψυχραιμία επειδή δεν τον αφορούσαν: παρέμεινε κομματάρχης και πατρίκιος μόνον ως προς το ότι διέθετε κομματική πελατεία. Για τη στάση του στη Μακεδονική οπερέττα θα πλασαριζόταν αργότερα ως Νέστωρ και σοφός όμως ακόμα και στα εξωτερικά, και διαισθανόμενος ενδεχομένως την πλημμυρίδα σερβικού χρήματος που θα χρειαζόταν λεύκανση και ξέπλυμα, κατάφερε κι έκανε τον Μιλόσεβιτς φίλο κι αδερφό μας.

Το πόσο αποτυχημένος πρωθυπουργός υπήρξε φάνηκε και από το ότι κατάφερε να ηττηθεί από τον καταβεβλημένο βιονικό Αντρέα, που πλέον είχε καταντήσει (όπως λέγαμε τότε σε εντελώς απρεπή ανέκδοτα) τερμινέιτορ από τα πολλά τεχνητά μέλη. Κατάφερε να ηττηθεί από έναν κατά τεκμήριο ξωφλημένο, αφού μέχρι τότε (1993) το πανελλήνιο ήτανε πεπεισμένο ότι η συγκυρία που αργότερα αποκλήθηκε "βρώμικο '89" είχε και παραείχε νόημα και σκοπό και ότι η κάθαρση ήταν αναγκαία. Άλλωστε, ό,τι κι αν καταλογίσει κανείς στο ΚΚΕ, μαλάκες που θα συγκυβερνούσαν με τη Δεξιά χωρίς λόγο δεν το λες. Κατάφερε ο πατέρας ηγετών να ηττηθεί παρότι υπέστη αποστασία από έναν ακόμα πιο κομματάρχη υπερφιλόδοξο οιηματία, του οποίου ο μπαμπάς αγόραζε μεσσηνιακές ψήφους όπως οι Καλαματιανοί γουρνοπούλα σε πανηγύρι: αχόρταγα και κιμπάρικα. Τόσο στιβαρή παρουσία ήταν ο σχωρεμένος.

Γιατί λοιπόν τόσος ντόρος στην κηδεία του; Γιατί νομίζαμε πως κηδεύουνε τον Τσώρτσιλ; Επειδή -- λέει -- ήταν ένας από τους παλιούς. Αλλά στην Ελλάδα ποτέ δεν νοσταλγούμε τζάμπα, ποτέ. Ο Κώστας (ως λαϊκός μαυρογυαλούρος) που έγινε Κωνσταντίνος (ως πρωθυπουργός της Φιλελεύθερης Νέας Δημοκρατίας) είναι το πρότυπο της εγχώριας εκδοχής της ΤΙΝΑς: ένας θατσερικός ακριβώς όπως θα τον ήθελαν οι κρατικοδίαιτοι νεοφιλελέδες του 21ου αιώνα, που ξεπουλάει δημόσια περιουσία και πλούτο του ελληνικού λαού για να βολέψει οσονούπω επιδοτούμενους επιχειρηματίες του τίποτα, καθώς και τους δημοσιολογούντες παρατρεχάμενούς τους. Από αυτή την άποψη, για την κλίκα που κληρονόμησε την ιδεολογική ηγεμονία της Δεξιάς και που σφετερίζεται τις αρχές του Φιλελευθερισμού ώστε να εξανδραποδίσει τις αδύναμες τάξεις και ώστε να εξουδετερώσει ενδοθεσμικώς τη Δημοκρατία (αυτό υπήρξε και αλλού το πρόγραμμά τους, όχι πάντα ενδοθεσμικώς), ο θανών αποτελεί τον καταλληλότερο πρωθυπουργό για μνημόνια μέχρι να σβήσει ο ήλιος.

GatheRate

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Ο αυνανισμός της οργής


Οργισμένες φιγούρες υπήρχανε στα σοσιαλμήντια και την προηγούμενη δεκαετία, κυρίως διάφοροι δοκησίσοφοι μονίμως ευέξαπτοι -- πιθανότατα γιατί δεν κατάφερναν να κάνουνε τα κοννέ που θα ήθελαν μέσα από τα μπλογκ: ερωτικά, επαγγελματικά, αυτοπροωθητικά κτλ. Τους θυμάμαι και τις θυμάμαι να επικονιάζουν ποστάκι το ποστάκι με διορθώσεις, με νουθεσίες, με φοβέρες και σιγά τα αίματα.

Η από το 2010 κατά μέτωπο εισπρακτική επίθεση στα "συνήθη υποζύγια", το μνημονιακό μείγμα ποντικοφάρμακου και ιχνών αντιβίωσης που μας ταΐζουν, η μετατροπή θεσμών και πολιτεύματος σε καμπούκι, η ανοχή στη ρητορική αλλά και στη φονική βία των ναζί και των φίλων τους, η αστυνομική θηριωδία, η καταφανής μετατροπή των θεσμών της ΕΕ σε διευθυντήριο που δεν λογοδοτεί δημιούργησαν οργή και αγανάκτηση. Δικαιολογημένα.

Δεν είμαι φίλος της πολιτικής αγανάκτησης ως συναισθηματικής εκτόνωσης και ευκαιρίας να νιώσουμε ότι αντιδρούμε, ούτε βεβαίως της οργής ως υποκατάστατου του λόγου, της δράσης, της κινητοποίησης, της αυτο-οργάνωσης. Τα ίδια και χειρότερα ισχύουν για την γκρίνια. Η ιδιωτική (άρα και η σοσιαλμηντιακή) επίδειξη της οργής μας ούτε μας καταξιώνει, ούτε χτυπάει ό,τι μας οργίζει.

Επειδή μετά το φαλιμέντο του Σύριζα μάς έχει κυριεύσει βαθειά πολιτική αμηχανία, η οργή πλέον έγινε μανιέρα. Είναι μια στάση που νιώθεται, μια κάποια λύση -- ψυχολογικώς τουλαχιστον. Κι ενώ το παράπονο των διάφορων σχολιαστών τις προηγούμενες δύο δεκαετίες, μετά το 1989 δηλαδή, αφορούσε την πολιτική απάθεια, την αδιαφορία και την έλλειψη συμμετοχής στα κοινά, τώρα πια το πρόβλημα μοιάζει να είναι η υπερβολική ενασχόληση με τα κοινά, τα έντονα πολιτικά πάθη (που, ως συνήθως, θεωρούνται διχαστικά κι επικίνδυνα) και η περιρρέουσα οργή. Επίσης, η όποια συζήτηση σχετικά με το τι προκαλεί πάθη και οργή, περιορίζεται στον ερμηνευτικό φερετζέ της υστερόβουλης χρηστομάθειας που μιλάει για "λαϊκισμό" και "εχθροπάθεια", ΤΙΝΑ και "κρυφές ελπίδες"...

Είναι λοιπόν αναμενόμενο ότι η οργή, θορυβώδης, εκτονωτική κι ατελέσφορη, χαρακτηρίζει  και όσους πλήττονται κατευθείαν από τον συνδυασμό εξανδραποδισμού και φτωχοποίησης αλλά και όσους δεν αντέχουν να βλέπουν να αποκαλείται το μαύρο άσπρο και να βαφτίζεται το κρέας ψάρι -- αυτούς είτε γιατί δεν τους τακτοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ, είτε γιατί δεν είχαν καμμία όρεξη να τους τακτοποιήσει κανένας. Το τραγελαφικό είναι ότι τη ρητορική της οργής, την ιερή οργή κι αγανάχτηση (με χι) την οικειοποιούνται και όσοι θεωρούν ότι εξαρχής έπρεπε να είχαμε υποταγεί ασυζητητί, αβλεπεί κι αμαχητί στα μνημονιακά κελεύσματα των μαθητευόμενων ή και καταχθόνιων μάγων -- όποια και αν ήταν αυτά, προς θεού. Οργίζονται λοιπόν κι αυτοί με την υπερφορολογήση ή την έκπτωση των θεσμών (που δεν γιγαντώθηκαν επί Παπαδήμου και Σαμαρά, παρά ξαφνικά μάς προέκυψαν τον Ιανουάριο του 2015, όταν ανέλαβαν οι δήθεν σταλινικοί της μουσταλευριάς), οργίζονται που δεν είμαστε λαός (μέσα στον ανιστόρητο επαρχιωτισμό τους), οργίζονται που ψηφίζουνε τα ζώα κι οι λεβέντες κι όχι οι άριστοι και ικανοί (στην απορρόφηση ΕΣΠΑ για βιοπορισμό, προφανώς).

Κι έτσι όλοι διανέμουν τζάμπα ψόφους και κατάρες, ώστε να υπενθυμίζουν την ηθική τους μεγαλοσύνη μέσα από την ιερή τους αγανάκτηση. Κι έτσι η καρικατούρα της οργής γίνεται ρητορικός τόπος και τρέχον νόμισμα: για τους μεν επαναστατικό και κινηματικό υποκατάστατο· για τους δε ένας πιο σέξι τρόπος να εκτονώνουν χουντικά αντανακλαστικά και να εξωτερικεύουν λούμπεν μεγαλοαστικές φαντασιώσεις ή αξιώσεις αλλά και να εκφράζουν το βαθύ ταξικό τους μίσος προς τους αδύναμους και τους μη προνομιούχους.

GatheRate

Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Περί ψυχής Β' (De Anima, iterum)

μετά από αυτό.

Ο κόσμος συμπεραίνει ότι όσοι έχουνε πάθη δεν έχουν αρχές και ότι όσοι έχουν αρχές δεν έχουν πάθη. Δεν μιλάμε εδώ για την εκδήλωση και την έκφραση των παθών, παρά για την ίδια την ύπαρξη ή απουσία τους.

Ο κόσμος μας είναι φτιαγμένος από μεσήλικες άντρες με οικονομική άνεση. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο στον δυτικό κόσμο, που έχει για μπροσούρα τα Ηθικά Νικομάχεια και τα υπομνήματά τους, αλλά συνοψίζει και το κομφουκιανό υπόβαθρο της κινέζικης σκέψης. Ακριβώς λόγω αυτής της κατασκευαστικής μεροληψίας του κόσμου μας, αντιλαμβανόμαστε τις αρχές ως το αντίθετο των παθών: θεωρούμε τις αρχές ψυχρά αποστάγματα που έπονται της φλόγας των παθών. Ντρεσαρισμένοι να σκεφτόμαστε με δίπολα, κάτι που όσο προχωράει ο κόσμος τόσο πιο βλαβερό αποδεικνύεται, αντιπαραβάλλουμε το ψυχρό με το θερμό, τη μέση ηλικία με τη νεότητα, τη φρόνηση με την παραφορά, τις αρχές με τα πάθη και, βεβαίως, συνδέουμε μεταξύ τους τα πρώτα μέλη καθενός από αυτά τα ζεύγη. Πρόκειται για μια αντίθεση τόσο θεμελιώδη που δεν μπορούμε καν να τη δούμε, ενώ πολύ περισσότερο δεν μπορούμε να αντιληφθούμε πόσο σχηματική είναι ή, χειρότερα, ότι είναι τεχνητή.

Και δεν θα έμπαινε κανείς στον κοπο να ασχοληθεί με ακόμα ένα αποτύπωμα του δυισμού στη σκέψη μας αν δεν επρόκειτο για πλάνη, εάν πάθη και αρχές αλληλοαναιρούνταν. Δεν θα αναφέρω καν ανθρώπους των οποίων το μεγάλο πάθος είναι οι αρχές τους, άλλωστε εύκολα μπορεί ο κακόβουλος πρόχειρος φροϋδισμός που αποτελεί τρέχον νόμισμα να αναγάγει τέτοια πάθη σε εξιδανικεύσεις κι ιδεολογικοποιήσεις.

Έχω κάτι πιο σύνθετο να προτείνω: τα μεγάλα πάθη συμπλέκονται με αυτό που αποκαλώ ενηλικίωση.

Ως άπλαστοι νέοι αντιμετωπίζουμε χαρές κι απολαύσεις άλλοι με λαιμαργία, σαν να είναι ταρτάκια που καταπίνουμε σχεδόν αμάσητα προτού καλά καλά γλυκάνουνε το στόμα μας, άλλοι με λαχτάρα, ως κάτι που η ζωή ή το σώμα ή ο κόσμος μάς χρωστούν, άλλοι ως σύμβολα ή συμβόλαια ή αποστολή ζωής, άλλοι ως συνέπεια τεχνικής ευχέρειας κι ευρηματικότητας, π.χ. το εφηβικό σεξ. Όμως λ.χ. η χαρά του να παίζεις μουσική δύσκολα μπορείς να πεις ότι αποτελεί πάθος για τους πριν την "ενηλικίωση" νέους: κάποιοι νέοι μουσικοί πέφτουνε με τα μούτρα και αχόρταγα, άλλοι αντιλαμβάνονται το να παίζεις μουσική ως τον σκοπό, τη σταδιοδρομία, την αποστολή τους ή "αυτό που αγαπούν"· πολλοί, χωρίς να το ομολογούν, αντλούνε χαρά από το ότι έχουν ευχέρεια στο να παίζουν μουσική, ότι διαθέτουν τεχνική και τους έρχεται εύκολα το αποτέλεσμα. Γιατί δεν είναι πάθος; Επειδή αρκεί η έλλειψη αναγνώρισης ή παρόμοια απογοήτευση να αποκαθηλώσει αυτή τη δραστηριότητα. Επειδή κάτι περιμένεις από αυτό ή επειδή το ανάγεις σε κάτι "άλλο", π.χ. υψηλότερο: θυμηθείτε τη συνήθως παραφουσκωμένη θεολογία περί συνειδητότητας κτλ. όσων τρώνε ψυχοτρόπα. 

Απεναντίας, ο ενήλικας, νέος ή μεγαλύτερος, ξέρει ότι αυτό είναι το πάθος του παρότι αντιλαμβάνεται τα εξωτερικά όριά του (π.χ. δεν είμαι σοβαρός ζωγραφός αλλά δεν μπορώ να πάψω να ζωγραφίζω γιατί το κάνω για τον εαυτό μου), παρότι γνωρίζει ότι δεν έχει ντε και καλά όλον τον χρόνο στη διάθεσή του για να αφοσιωθεί π.χ. στον χορό ή στο μπάσκετ ή στην ερωμένη του/της. Αντιλαμβάνομαι ότι αυτό που λέω τώρα πάει κόντρα στις idées reçues του στυλ "ένα πάθος, μια αγάπη, μια ζωή, ένας σκοπός", παραμύθι που μας ταΐζει η ποπ κουλτούρα και η κλειστή σελφχελπιανή ηθική του ύστερου καπιταλισμού όπου όλα συμφύρονται σε Ένα: find what you love and let it kill you, or become your be all and end all, or simply fuck you over. Όμως οι μονοθεϊσμοί δεν δουλεύουνε σε αυτόν τον κόσμο.

Και οι αρχές; Οι αρχές δεν έχουνε να κάνουν με την ηλικία: αρχές είτε έχεις είτε δεν έχεις, είτε τις καλλιεργείς. Και, δυστυχώς, δεν γίνεται "η Παιδεία να εμφυσήσει αρχές στη νεολαία μας" και τέτοιες μαλακίες. Στην καλύτερη περίπτωση, σε έναν κόσμο αρκετά διαφορετικό από τον δικό μας, η Παιδεία σε εκπαιδεύει στο πώς να καλλιεργείς τις αρχές σου και σου πουλάει με γενναία επιδότηση και τον σπόρο. Αν μη τι άλλο, όποιος έχει πάθη μαθαίνει, από την καλή ή από την ανάποδη, και πέντε-έξι τεχνικές παραπάνω για το πώς να καλλιεργήσει τις αρχές του και πώς αυτές να καρποφορήσουν, και μέσα από την εναντιοδρομία των παθών μέσα στον κόσμο.

GatheRate

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Μεταμέλεια και μετάνοια


Τι μεταμέλειες περιττές, τι μάταιες...

Σε ένα τουλάχιστον ζήτημα έπεσαν μέσα οι λεγόμενοι Πατέρες της Εκκλησίας: τη διαφορά μεταμέλειας και μετάνοιας.

Η μεταμέλεια είναι εύκολη και ευτελής: είναι το 'συγγνώμη' που λες για να ξεμπερδεύεις, για να σταματήσει ο άλλος να παραπονιέται και για να πάει το θέμα στον αγύριστο κι εσύ να προχωρήσεις παρακάτω. Η μετεμέλεια είναι σχηματικό μεακούλπα και προσχηματική αναγνώριση σφάλματος. Με τη μεταμέλεια ξεμπερδεύεις και είσαι και προκαταβολικά εξιλεωμένος ώστε να επαναλάβεις μελλοντικώς τα λάθη σου, καλυμμένος πίσω από τα "μα ζήτησα συγγνώμη". Μεταμελείσαι όχι γιατί το θες εσύ, αφού γουστάρεις κατά βάθος: αν ρωτιόσουν πάλι, τα ίδια θα ξανάκανες· μεταμελείσαι γιατί κάτι στράβωσε στις συγκυρίες ή γιατί σου το ζητάει ο κόσμος: οι εγωισμοί των άλλων, αυθεντίες, εξουσίες, συμφέροντα, προσχήματα, η τρεχάμενη ηθική...

Η μετάνοια είναι δύσκολη και ριζική. Δεν γαρνίρεται με δικαιολογίες. Είναι ζήτημα επίγνωσης κι απόφασης η μετάνοια: θες να αλλάξεις ζωή και το παίρνεις απόφαση και μόνο στιγμές γνήσιας αδυναμίας μπορούνε να σταθούν προσκόμματα σε αυτή την απόφαση. Η μετάνοι είναι κάτι τόσο θαυμαστό, ακριβό και σπάνιο όσο σχεδόν η αγάπη.

GatheRate

Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

Now and forever, world without ____.


Όταν πρωτοπήγα εκκλησία στην Αγγλία με τη Γερμανίδα που μου άρεσε αλλά ήταν θεούσα (τόσο όσο ήτανε καυλιάρα, αλλά αυτά δεν τα λέμε), άκουσα το νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων στα αγγλικά: Now and forever, world without end. Εικοσιτόσα χρόνια μετά ξέρω ότι όλα μπορούν να λείπουν από τον κόσμο εκτός από το τέλος.

world without truth

Το ελληνικό σχολείο δεν ενδιαφέρεται να διδάξει κριτική σκέψη, χιλιοειπωμένο. Δεν το απασχολεί να μπορούν οι "μελλοντικοί πολίτες" να έχουνε στη διάθεσή τους στοιχειώδη εργαλεία κατανόησης και κριτικής του κόσμου και της κοινωνίας, τετριμμένο. Τα αποτελέσματα τα βλέπει κανείς εύκολα πια, είτε κοιτάξει στην κίβδηλη νεορθοδοξία, τον εθνικισμό και τον έξαλλο χριστοδουλισμό του πρόσφατου παρελθόντος, είτε στην πειθήνια εθελοδουλία επί Μνημονιοκρατίας και στον ταχύτατο εκφυλισμό κάθε αντανακλαστικού "αγανάκτησης" ή "αντίστασης" σε ξενοφοβία, θεωρίες συνωμοσίας και ανακυκλωμένο χριστοδουλισμό.

Πίστευα ότι για αυτό το χάλι ευθυνόταν η ιδεολογική συγκρότηση του μαθήματος της Έκθεσης, ιδεολογική συγκρότηση που καμωνόταν το αντικειμενικό, νηφάλιο και ακομμάτιστο (προπάντων) κριτικό ζύγισμα ενώ κήρυσσε το "μην κινείσθε" και το ήθος δούλου της ελληνικής ταινίας. Μου διέφευγε όμως το βασικό: ότι πολιτική ανάλυση και κριτική σκέψη στο ελληνικό σχολείο διδάσκονται κυρίως μέσα από τη διδασκαλία των Αρχαίων, με τη δύναμη του παραδείγματος και με το κύρος του ιστορικισμού.

Ο κακοχωνεμένος Θουκυδίδης μάς χορηγεί το χιλιοφορεμένο στερεότυπο "έργα κι όχι λόγια" ή "άλλα λέω κι άλλα κάνω" -- και δεν αρκεί ένας εθνικός Σολωμός να αποσείσει αυτό το καταζομπισμένο κλισέ με το δικό του "έργα και λόγια, στοχασμούς" ή με το "έργο, λόγο, νόημα". Ο κακοπλασαρισμένος Αριστοτέλης κι ο υπεροπτικά σερβιρισμένος Ηρόδοτος μάς κλειδαμπαρώνουν στη μάντρα της συζήτησης πολιτικών ζητημάτων με όρους εθνικού χαρακτήρα, κατάρας της φυλής, συλλογικής ανωριμότητας κι εθνικής ψυχής -- μάντρα μέσα στην οποία βοσκάνε πατριώτες κομμουνιστές δίπλα σε ελληνοκεμαλικούς ευρωλιγούρηδες, μαζί με νεοφιλελεύθερα υπαξιωματικάκια (ναι, το subaltern μεταφράζω) του κάθε νεοαποικιοκράτη και νεορθόδοξα βουβάλια. Επειδή δεν διδασκόμαστε πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες αλλά τη δημηγορία των Μηλίων, κι αυτή όχι ως σύμπτωμα του ιμπεριαλισμού αλλά ως φυσικό νόμο, μαθαίνουμε να θεωρούμε το δίκαιο του ισχυρού ως τη φυσική τάξη του κόσμου.

Και το φετίχ; η αρχαιογνωσία ως ερμηνευτικό κλειδί για τα πάντα. Κι ας μας κορόιδευε ο Φάυνμαν.

world without sex

Η μόνη πανανθρώπινη αξία είναι ο ασκητισμός. Ο πόλεμος εναντίον του σεξ. Βρίσκεται παντού, σε βάθος και σε έκταση. Είναι καθολικού χαρακτήρα. Πείτε τον όπως αλλιώς θέλετε αν σας αρέσει η λιτότητα και η αυτοκυριαρχία και η άσκηση. Αλλά ο ασκητισμός ως ο πόλεμος κατά του σεξ (εκτός αν είσαι προνομιούχος, οπότε, δικό σου και το σεξ, όπως όλα τα άλλα) είναι το δηλητήριο της ανθρωπότητας. Από την Ινδία μέχρι τη Σικελία, από τον Αρκτικό Κύκλο μέχρι την Κίνα, από την Κορέα μέχρι τη Δυτική Αφρική.

Στον κόσμο που δεν έχει την επίπλαστη ευκολία και πρόσβασή μας και άρα βολοδέρνει μέχρι τον όποιο γάμο, το σεξ είναι όνειρο και βάσανο κι απωθημένο. Στον δυτικό μας τον κόσμο το ίδιο το σεξ, στην καθαρή και δραστική μορφή του, πουσάρεται ως κάτι έξω από εμάς, κάτι για κάποιους άλλους, ίσως πολύ πιο ωραίους· αν όχι για πιο ωραίους από εμάς, σίγουρα απευθύνεται σε κάποιους εγκιβωτισμένους μέσα σε μια φούσκα που απατηλά τους χαρίζει το ακαταδίωκτο και το ακατολόγιστο, που τους δίνει έναν χώρο προσωρινά προνομιακό και πλανερά προνομιούχο, έναν χώρο που δεν πολυμολύνει κάθε λογής ασκητισμός: ο αγροτοποιμενικός πουριτανισμός, η στεγνή αγριότητα της θρησκευτικής κακογαμίας, η μπαγιάτικη βικτωριανίλα.

Για εμάς το σεξ προορίζεται κυρίως για μπάνισμα και για κουτσομπολιό: ποιος πήρε ποιον, πόσες πήρε ο τάδε, πόσο παίρνεται η δείνα. Κυρίως όμως το σεξ είναι  εύχρηστη μεταφορά ("η πούτσα της λιτότητας"), σχήμα λόγου ("για τον πούτσο καβάλα") κι όρος σύγκρισης ("γκολ σκέτη καύλα"). Και, οπωσδήποτε, θέμα συζήτησης. Κάποτε οι άνθρωποι αναλώνονταν στο να σχολιάζουν τας Γραφάς και τις απολύτως ακατανόητες βουλές του Κυρίου τους, τώρα υπομνηματίζουνε το σεξ. Σελίδες γράφονταν για μισό εδάφιο, τώρα σέρβερ υπερθερμαίνονται κι ανάβουν κάπου μακριά για  περιπτύξεις κάποιων άλλων που ίσως είδαμε κι εμείς ή μάλλον ακούσαμε γι' αυτές: εμείς και η μισή Αθήνα, ακούγοντας Πάριο, για κάποια μυριοχαύνη ή για κάποιον κατά τα άλλα άγνωστο τετρακισχιλιοβινευτή.

Και το φετίχ; το να έχεις κι εσύ κάποιο φετίχ, έστω κι αν τό έχεις κατά διάνοια.

world without texts

Άλλοι γράφουν για να αποτυπώσουν την ταραχή των λογισμών τους με όλη της την ορμή και όλη της την τύρβη. Άλλοι γράφουν μήπως γαληνεύσουν την ταραχή μέσα τους και για να τη σφραγίσουνε σε κάποιο κείμενο-ασκό, μήπως κι ησυχάσουνε λιγάκι. Άλλοι θέλουνε να γράψουν για να πουν αυτό που έχουνε να πουν κι άλλοι επειδή δεν έχουνε τίποτε να πουν και καμμιά φορά το δικό σου τίποτα είναι ιδανικά ασαφές για να διαβάσει πάνω του ο άλλος ό,τι έχει ανάγκη ν' ακούσει, σαν τα παρειδωλικά μοτίβα που νομίζυμε πως εντοπίζουμε ακούγοντας πλυντήρια, πιεστήρια, βενζινοκινητήρες και άλλες ρυθμικές μηχανές. Άλλοι γράφουνε για να σώσουν (λες και τα κείμενα σώζουν), άλλοι για αγαπηθούν (παιδιά χαμένα στη χώρα του Πότε Πότε), άλλοι γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Κάποιοι γράφουμε νηφάλιοι και κάποιοι υπό το κράτος, κάποιοι υπομειδιώντας και κάποιοι κλαίγοντας, κάποιοι για να διακηρύξουμε το πόσο πνευματώδεις είμαστε κι άλλοι για να κρύψουμε όλα σχεδόν όσα είμαστε.

Γράφουμε πολλοί, ποιος διαβάζει; Κι αν δεν διαβάζουν όσα γράφεις, αντέχεις να γράφεις μόνο για τον εαυτό σου, σαν τον Μπόρχες; Και αν δεν διαβάζουν το κείμενο που γράφεις, υπάρχει κείμενο;

Και το φετίχ: να γράφεις.

GatheRate

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Μνημόσυνο για τον Ψάλτη

 
Επειδή πολλοί κάνουνε χιουμοράκι που λυπηθήκαμε για τον θάνατο του Στάθη Ψάλτη, με παραλληλισμούς μέχρι και με τον Σεφερλή, θεμουσχώραμε:

Τη δεκαετία του '80 στην Αθήνα έκανε ζέστη το καλοκαίρι. Πολλή ζέστη. Δεν είχαμε κλιματική αλλαγή ακόμα όμως είχαμε ζέστη. Δεν είχε πουθενά δροσιά στο κέντρο, στο κέντρο δεν ήταν πουθενά "άλλος θεός", όπως στα μακρινά μαρούσια και τις κηφισιές, ενώ αυτό που λέτε Αγία Παρασκευή ήταν ακόμη (και είναι) μια μαλακία για νεόπλουτους· πιο έξω υπήρχανε κάτι χωριά, αυθαίρετα και καταπατημένα, και τα καμένα της Πεντέλης.

Επίσης, ακόμα και επί ΠΑΣΟΚάρας (που νοσταλγείτε) δεν έπαιρναν οι εργαζόμενοι άδεια πάνω από 21 μέρες (10 με 14 έπαιρναν, τεσπά). Κι έκανε ζέστη το καλοκαίρι. Πολλη ζέστη. Και την ημέρα η οικοκυρά έπαιρνε τα κουτσούβελα και τα πήγαινε με τον Θύαμις Τουρς στο Αυλάκι για κανα μπάνιο (διότι στο Ζούμπερι και στη Βουλιαγμένη τότε ήτανε βρώμικα και στο Πόρτο Ράφτη γινότανε χαμός). Και το βράδυ μάς πήγαιναν μπαμπάς και μαμά στην Άρπα και στη Δήμητρα να δούμε κανα θερινό, μήπως και φυσήξει κι ανασάνουμε. Ναι, δεν είχε τότε κλιματιστικά.

Και στα θερινά έπαιζε περσινά μπλοκμπάστερ αμερικάνικα, ιταλικές σεξοκωμωδίες με έναν βλάκα που γούρλωνε τα μάτια του όταν έβλεπε βυζιά (άρα ακατάλληλες) καθώς και ύστερες ελληνικές ταινίες: πεπτωκότα Δαλιανίδη, παρακμασμένο Βέγγο, Μιχαλόπουλο-Γαρδέλη-Ψάλτη. Όλες σχηματικές με άθλιο ήχο, χάλια χιούμορ, μαλακία σενάρια, υπερφωτισμένες από το ζαβλακωτικό ελληνικό φως, γυρισμένες κυρίως εξωτερικά μέσα σε μια Αθήνα της ανοικοδόμησης και συνοικιών που δεν ήξερα καν ότι υπάρχουν ως Αθηναίος του καράκεντρου. Οι καημοί που ανακυκλώνονταν θεματικώς ήτανε καημοί μπανάλ και λαϊκοί στην αγροτοποιμενική προέλευσή τους αλλά μπρουτάλ σπαταλήματα μέσα στη σαφήνειά τους -- καμμιά σχέση με τα "τα θέλω μου", "τι εικόνα θα δώσω", τα "ίσως" και τις κτητικές προεγκρίσεις και εγγυήσεις που απαιτούν σήμερα οι ανθρώπινες σχέσεις: σε αυτές τις φάρσες της συμφοράς είχε άγριες ματιές και γούστα που μακελεύονταν στην αρένα του μικροαστικού γάμου ως έπαθλου και ως τρόπου ζωής...

Και μέσα από αυτές τις μαλακίες ταινίες, που βλέπαμε για να δροσιστούμε στα θερινά που ήδη υπονόμευε το βίντεο, αναδύονταν κάποτε ένας "συνδυασμός επιπολαιότητας και υπόκωφης πίκρας" στις ερμηνείες καθώς και μια ματιά πάνω στον κόσμο "χθαμαλή αλλά τρυφερή και θαρραλέα". Και είναι κάτι που μας εντυπώθηκε. Ναι και ο Ψάλτης, αυτή η ευγενής μορφή με το λωλό τζιμκεϊρικό ταλέντο που κατάντησε να ντύνεται γριά και να σπαταλιέται σε σκουπίδια, που δεν είχε την τύχη του Τσάκωνα να τον αποθεώσει ο πρωτοχιψτερισμός. Του ανθρώπου που σε έκανε να γελάς επειδή έκλαιγε σαν ζαβός αλλά μετά σε πίκραινε πολύ το ότι γέλασες μαζί του.

GatheRate

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Το κοινό


Είχα προχτές την τύχη να μου συμβεί μια μικρή αποκάλυψη, από αυτές που σπάνια σου συμβαίνουν μετά τα 30 στον δικτυωμένο κόσμο: έμαθα για τη Fran Lebowitz βλέποντας αυτό το ντοκυμαντέρ του Σκορσέζε. Δεν θέλω να πω τίποτα γι' αυτήν, πέρα από όσα λέει (σ)το ντοκυμαντέρ. Εντυπωσιάστηκα και από την καθαρότητα και οξύτητα του πνεύματός της και από την προσωπικότητά της (ναι, πάντοτε με γοητεύουν οι γενναίοι άνθρωποι).

Η Λίμποβιτς απαντάει λοιπόν, ανάμεσα σε πολλά άλλα, και στην εξής απορία που έχω εδώ και χρόνια: γιατί είναι τόσο άνευρη και αδιάφορη και ασ' τα να πάνε η τέχνη εδώ και δυο-τρεις δεκαετίες, αν και το ντοκυμαντέρ είναι του 2010. Η απάντησή της είναι διττή: είναι ζήτημα δημοκρατίας και είναι ζήτημα κοινού.

Το πρώτο ζήτημα το αντιλαμβάνεται ως εξής: υπάρχει πλεόνασμα δημοκρατίας στον χώρο της τέχνης και έλλειμμα δημοκρατίας στην κοινωνία. Με αυτό εννοεί ότι ταλέντα από μη προνομιούχες ομάδες δεν καταφέρνουνε να κάνουν τέχνη, ενώ παράλληλα αυτή η ευκαιρία δίνεται σε πλήθος ατάλαντων. Συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς, είναι ενδιαφέρουσα προσέγγιση.

Το δεύτερο ζήτημα, το ζήτημα κοινού, είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον, εγώ το βρήκα αποκαλυπτικό: για να γίνει μεγάλη τέχνη χρειάζεται απαιτητικό και εκπαιδευμένο κοινό· χρειάζεται κοινό που να βλέπει τη λεπτομέρεια και να την εκτιμά, που να είναι αρκούντως πεπαιδευμένο ώστε να μπορεί να ξεχωρίζει τον ακκισμό από την πρωτοτυπία, που να είναι υποψιασμένο σε θέματα τεχνικής και να τη διακρίνει από τα τρικ και τις ταχυδακτυλουργίες. Η Λίμποβιτς το λέει καθαρά: το απαιτητικό κοινό που γνωρίζει και νιώθει αναγκάζει τον καλλιτέχνη να βάλει τα δυνατά του, αποθαρρύνει τον δημιουργό από το να ενδώσει στον πειρασμό της μπλόφας και δεν τον αφήνει να επαναπαυθεί στο πρόχειρο και στο αέρα-πατέρα.

Το παράδειγμα που χρησιμοποιεί η Λίμποβιτς είναι το Μπαλέτο της Νέας Υόρκης: ισχυρίζεται ότι με τον εκβαρβαρισμό του κοινού του άρχισε να παίρνει και το ίδιο την κάτω βόλτα. Δεν γνωρίζω τίποτα για την περίπτωση NYCB, ξέρω όμως ότι το αθηναϊκό θέατρο είναι από τα καλύτερα στον κόσμο, ακόμα και σε σύγκριση με τα ξακουστά και πολυδιαφημισμένα λονδρέζικο και νεοϋορκέζικο, γιατί ακριβώς το θεατρικό κοινό ξέρει πάρα πολύ καλά τι του γίνεται και δεν χαρίζει κάστανα (αντίθετα π.χ. με το νεοϋορκέζικο, ιδίως στο Μπρόντγουεϊ). Απεναντίας, αν λ.χ. σκεφτεί κανένας τη λογοτεχνική παραγωγή και κίνηση στην Ελλάδα, αμέσως βλέπει κάποιον συσχετισμό μεταξύ της παιδείας του αναγνωστικού κοινού και της ποιότητας των έργων, ιδίως στην ποίηση...

GatheRate

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Χαμένες πατρίδες


Α

Σκεφτόμουν τις προάλλες ότι η εθνοκάθαρση, όχι απαραιτήτως γενοκτονικoύ χαρακτήρα, εξ αρχής υπήρξε στρατηγική του ελληνικού κράτους: μια επικράτεια χωροθετημένη για να στεγάσει τους απογόνους των Αρχαίων Ελλήνων και τα ερείπιά τους δεν θα μπορούσε να έχει χώρο για νεήλυδες και αλλοφύλους. Κι ενώ οι Τούρκοι στην Επανάσταση έσφαζαν στη Χίο, στα Ψαρά και αλλού προς παραδειγματισμό, η σφαγή της Τριπολιτσάς (Ντροπολιτσάς τότε) έγινε για να "μη μείνει Τούρκος στον Μοριά μηδέ στον κόσμον όλο".

Οι ελληνικές πολιτικές εθνοκάθαρσης συνεχίστηκαν με την προσάρτηση της Θεσσαλίας, βεβαίως, όταν δια της πλαγίας και με το καλό υποδείχθηκε στους Τούρκους ποιο ήτανε το συμφέρον τους: να αφήσουνε τη Λάρισα και τον Κάμπο και να φύγουν.

Όταν αναλάβαμε τη διοίκηση της ζώνης της Σμύρνης, η πολιτική εκφοβισμού των Τούρκων (θυμηθείτε τον Στεργιάδη) έγινε συστηματική με απώτερο σκοπό να ξεκουμπιστούν ούτως ώστε ο εναπομείνας πληθυσμός στη ζώνη να ψήφιζε υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα σε ένα πιθανό μελλοντικό δημοψήφισμα -- υπενθυμίζω ότι μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο πολλές περιοχές της Ευρώπης (π.χ. η Άνω Σιλεσία) αποφάσισαν με τοπικά δημοψηφίσματα πού θέλουνε να ανήκουν.

Χαρακτήρα εθνοκάθαρσης είχανε βεβαίως και οι δύο ανταλλαγές πληθυσμών μεταξύ Βουλγαρίας και Ελλάδας, με το πρωτόκολλο Πολίτη-Καλφώφ (1924) και με το σύμφωνο Μόλωφ-Καφαντάρη (1927). Ανταλλαγές που δεν έγιναν εθελοντικώς, εννοείται.

Και φυσικά, η τελευταία απόπειρα εθνοκάθαρσης με εκφοβισμό και σποραδική βία που θα οδηγούσε στη σταδιακή έξοδο των Τουρκοκυπρίων, ήτανε το περίφημο Σχέδιο Ακρίτας που εκπονήθηκε με όρους deniability από Ελληνοκύπριους ηγέτες γύρω στα 1962. Σημειωτέον ότι μέχρι το 2005 πίστευα πως το Σχέδιο Ακρίτας ήτανε παραμύθι μέχρι που έμαθα πολλά χάρη στην αξιοσημείωτα εξομολογητική διάθεση ενός φίλου, που είναι ανιψιός τομεάρχη της ΕΟΚΑ που παρευρέθηκε στη θρυλική συνάντηση στα βουνά της Πάφου.

Δεν έβαλα καν στην κουβέντα τους Τσάμηδες, τις ενδοβλαχικές διαμάχες με αφορμή τα ρουμάνικα σχολεία και το φασιστικό "Πριγκιπάτο της Πίνδου", τη σταδιακή ισοπέδωση της Αρβανίτικης κουλτούρας και γλώσσας, το διαρκές κυνηγητό των Τσιγγάνων, την ανοχή στην εξόντωση των Εβραίων, το κόλπο περί ιθαγένειας που εγκλώβισε χιλιάδες Σλαβομακεδόνες Έλληνες πολίτες εσαεί εκτός συνόρων. Στο κάτω κάτω, όλες αυτές είναι μεμονωμένες ή επιμέρους περιπτώσεις ανθρώπων που δεν έχουνε καμμία απολύτως σημασία ή που έπεσαν θύματα πρακτόρων κι εγκάθετων ξένων δυνάμεων κτλ κτλ κτλ.

Πάντως από μικρός αναρωτιόμουν γιατί ήτανε τόσο άγριο το μένος των Τούρκων στη Σμύρνη το '22 και στην Κύπρο το '74. Δεν πιστεύω στην εγγενή αβρότητα κανενός στρατού, ό,τι και αν απελευθερώνει ή καταλαμβάνει, είτε σκλαβώνει είτε λυτρώνει· επίσης απεχθάνομαι τη χυδαία ψευδολογία του ευφημιστικού "συνωστισμού", κορρεκτίλας άνευ αξιοπρέπειας και άνευ περιεχομένου.

Αλλά αναρωτιόμουν "γιατί τόση μανία;". Μας λένε για τα στίφη του Κεμάλ, Τσέτες και Κούρδους· μα γιατί μόνο στη Σμύρνη; Μας λεν ότι "μισούσαν την πολυπολιτισμική Σμύρνη"· μα, οι κεμαλικοί; Τι έπρεπε να κάνουνε τότε στην Πόλη; Μας λεν ότι πολεμούσαν τον ελληνικό στρατό ως στρατό κατοχής -- και τότε γιατί να κάψουνε τη Σμύρνη; Η απάντηση δόθηκε σιγά σιγά και με το σταγονόμετρο: μαθαίνοντας τα έργα του ελληνικού στρατού στη ζώνη της Σμύρνης (και όχι σε άλλες περιοχές). Παρόμοιες ιστορίες υπάρχουν από τη δεκαετία Δεκέμβριος 1963- Αύγουστος 1974 στην Κύπρο: για τη ζωή των Τουρκοκυπρίων που ζούσαν αποκλεισμένοι στους θύλακες, για τυχαίους φόνους (μεμονωμένα περιστατικά για τα οποία ευθύνονταν οπλόφοροι και ελεύθεροι σκοπευτές), για τη "δράση ένοπλων ομάδων" Ελληνοκυπρίων κτλ.

Β

Θυμήθηκα προχτές έναν γέροντα που γνώρισα στην Ιερουσαλήμ το 2011. Κάποιοι φίλοι, ένας Ισραηλινός αυστροεβραϊκής καταγωγής κι ένας αγγλοεβραίος που ζει στη Βραζίλία αποφάσισαν να με πάνε στα καλύτερα φαλάφελ της Δυτικής Ιερουσαλήμ. Με πήγανε στο Ben Shalom Falafel (Bar Ilan 15), μια τρούπα. Αφού γανιάσαμε να εξηγήσουμε στον ζοχαδιασμένο φαλαφελτζή ότι δεν είμαι ισραηλινός (γιατί δεν μας μιλάει εβραϊκά το παλληκάρι; ντρέπεται;) πήραμε τα φαγώσιμα τρόπαιά μας και καταλήξαμε σε έναν πεζόδρομο μιας γειτονιάς εκεί δίπλα με χαμηλά σπίτια και ησυχία.

Εκεί που τρώγαμε και έσταζαν τα ταχίνια πάνω στο λιθόστρωτο, εμφανίζεται ένας ψηλός γέροντας που έμοιαζε σαν διασταύρωση Πάνου Θεοδωρίδη και του παππού μου. Εγώ δεν τον πρόσεξα αρχικά γιατί είχα πέσει με τα μούτρα στο φαλάφελ, αλλά μίλησε εβραϊκά με τους άλλους δύο: τους υπέδειξε κάπως αυστηρά να μη λερώνουμε τον τόπο με τα ζουμιά. Μετά μίλησε πορτογαλικά με τον κάτοικο Βραζίλίας και αμέσως μετά με ρώτησε στα ελληνικά από πού είμαι.

Μου έπιασε την κουβέντα, αν και δεν ήθελε να καθήσει, παρά στεκότανε μπροστά μου όρθιος: ήθελε να μάθει αν είχα πρόσφατα πάει στη Σαλονίκη και μετά μου είπε ότι ο πατέρας του φοβήθηκε τόσο πολύ το 1940, που έβαλε όλη την οικογένεια σε βαπόρι ξεπουλώντας τα πάντα και πήγανε στη Βραζιλία σε κάτι θείους, ο ίδιος ήτανε δέκα χρονών τότε. Δεν του άρεσε εκεί. Στο Ισραήλ μετανάστευσε τη δεκαετία του '70. Τώρα πια του έλειπε και το Ρίο και του έλειπε κι η Σαλονίκη. Μετά θυμήθηκε να με ρωτήσει αν είμαι Εβραίος, του είπα πως μάλλον δεν είμαι και γέλασε.

Μου ευχήθηκε ώρα καλή, αν θυμάμαι καλά, χαιρέτησε και τους άλλους και έφυγε. Τελείωσα ήσυχα το φαλάφελ μου, παρότι οι άλλοι δύο ήθελαν να μάθουν πώς μου φάνηκαν τα ελληνικά του, και σκεφτόμουν ότι καλές είναι οι μεγάλες θεωρίες αλλά να μην προσπαθούμε να τις εφαρμόζουμε στις ανθρώπινες ζωές κι ότι δεν υπάρχουνε πρόσφυγες και σφαγμένοι πρώτης και δευτέρας κατηγορίας.

GatheRate

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Sex, drugs & rock 'n' roll


στον Κώστα Παντιόρα, που είναι από το Κερατσίνι

Rock 'n' roll

Το ροκενρόλ δεν καμώθηκε ποτέ ότι είναι αλήθεια, παρά τον ισχυρισμό "η αλήθεια βρίσκεται στους Σεξ Πίστολς". Ροκενρόλ είναι ό,τι αντιστρατεύεται τις αλήθειες και τις βεβαιότητες, μουσικά και στιχουργικά: ο Στράτος Διονυσίου κι οι Μουσικές Ταξιαρχίες στη σκυθρωπή και καθώς πρέπει Ελλάδα του '80, οι κατατονικά τρυφεροί και απροσάρμοστοι Στέρεο Νόβα στη χυδαία και θριαμβεύουσα Ελλάδα του '90 με τα φράγκα, τη μπίζνα και τη χειραφετημένη ψωλή του γιάπη και του κάγκουρα.

Το ροκενρόλ είναι η εντελώς ατομική μας εξέγερση, όχι απαραίτητα συμβολική και μόνο, αν και συνήθως μικρής διάρκειας. Επειδή είναι ατομική εξέγερση και βρίσκεται εκεί όπου απουσιάζει το συλλογικό, οι κάθε λογής κνίτες το μισούνε: τους θυμίζει την ανεπάρκειά τους να πράξουν. Απεναντίας, το ροκενρόλ, ιδίως στις πιο πανκ ενσαρκώσεις του, είναι καθαρή πράξη. Από αυτή την άποψη το ροκενρόλ δεν μπορεί να είναι απολίτικο, ό,τι κι αν μας λένε.

Drugs

Ένα από τα πιο άτιμα ναρκωτικά είναι το αλκοόλ, είτε το δείτε σαν επίδραση, είτε σαν εθισμό, είτε σαν θλιβερές στατιστικές. Όμως το απαρνιέστε;

Από εκεί και πέρα, κάθε ουσία, από τον καφέ μέχρι την κόκα κι από τη φουντίτσα μέχρι τη μεφεδρόνη (bath salts), το e (που τα νέα παιδιά λένε μόλλυ ή και μώλυ) και τις σούπερ μοδάτες κεταμίνες, ό,τι πίνεις κι ό,τι κάνεις σου βγάζει, το καθένα με τον τρόπο του, κάτι από αυτό που έχεις μέσα σου. Είτε μας αρέσει, είτε όχι, τα ναρκωτικά (είπαμε, όλα μέσα) τα χρειαζόμαστε από αρχαιοτάτων χρόνων για να τη βγάζουμε καθαρή: ο Ζέλντιν στο κεφάλαιο 13 του Intimate History of Humanity μάς εξηγεί από πόσο αρχαιοτάτων.

Επίσης, τα ναρκωτικά μάς κάνουνε καλό εκτός από την πρέζα κι εκτός από όταν κρεμόμαστε από πάνω τους και περιμένουμε να μας δώσουνε ζωή ή να μας κάνουν υπεργαμάτους ή, ξέρω γω, να μας μετατρέψουν σε καλλιτέχνες. Άλλωστε, μην ξεχνάτε: τον Μπαλζάκ τον σκότωσε ο καφές.

Sex

Κάποιοι το θέλουν για να καλύψουν κενά, λέει, κάποιοι το θέλουνε γιατί το θέλουν. Κάποιοι το απαρνούνται γιατί έχουνε τραύματα, άλλοι γιατί δεν το θέλουν. Άλλα γουστάρουμε να βλέπουμε, άλλα να φαντασιωνόμαστε, άλλα να κάνουμε -- ή και όχι: μπορεί και να ταυτίζονται μεταξύ τους το μπάνισμα, η φαντασίωση και η πράξη, μερικώς ή και πλήρως. Πολλοί έχουν ενοχές κι έτσι το απολαμβάνουν, άλλοι έχουν ενοχές και γι' αυτό δεν το απολαμβάνουν, άλλοι δεν έχουνε ντιπ ενοχές και γι' αυτό δεν τους λέει τίποτα το σεξ, άλλοι επειδή δεν έχουν ενοχές διονυσιάζονται ανεμπόδιστα. Κάποιοι είναι μεθοδικοί και εξειδικευμένοι, κάποιοι λιγότερο. Άλλοι ξέρουν κι άλλοι ψάχνονται (ξέρουν δεν ξέρουν ότι ψάχνονται). Μερικοί είναι του δέρματος και μερικοί του νου και κάποιοι και των δύο.

Και ναι, ό,τι κι αν λεν οι τσελεμεντέδες, τέλειο σεξ δεν υπάρχει. Ό,τι άλλο θέλετε, εκτός από "τέλειο". Δεν είναι τυχαίο ότι πάνω και από το "τέλειο" υπάρχει το "γαμάτο", άλλωστε.

GatheRate

Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

Γάμμα Ταυ Πι

Ξεκινάμε από τα βασικά: τα λάικ δεν είναι ψήφοι. Οι αλληλεπιδράσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι μέρος της ζωής αλλά δεν είναι αντιπροσωπευτικές της ζωής: αν και σήμερα 9 Μαρτίου 2017 ασχολιόμασταν στο facebook και στο twitter με την ανταλλαγή απόψεων του πρωθυπουργού και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, καθώς και ακόμα κανα δυο ξέμπαρκων, για την μπάλλα, είμαι βέβαιος ότι ο κόσμος εκτός μέσων κοινωνικής δικτύωσης ασχολιόταν π.χ. με τους θηριώδεις λογαριασμούς της ΔΕΗ.

Τι βλέπουμε λοιπόν κοιτώντας έξω από το στερέωμα του σοσιαλμηντιακού μικροσύμπαντός;

Βλέπουμε μια πολιτική ηγεσία που είναι χειρότερη από πολλές πολιτικές ηγεσίες του παρελθόντος, και οι πολιτικές ηγεσίες του παρελθόντος δεν ήταν ακριβώς άξιες κι ικανές, τουναντίον. Όταν δεν ήταν ανίκανες, όπως κάθε καραμανλάκας και παπατζής εγγονός και οι συν αυτώ, ήταν δόλιες, όπως κάθε παπατζής υιός που π.χ. επινοούσε γενοκτονίες ομάδων που αλλιώς δεν θα τον ψήφιζαν ούτε και αν απέναντί του βρισκόταν ο Μπαμπαστρούμφ. 

Βλέπουμε μια κυβέρνηση που καμαρώνει επειδή κάνει τα ίδια και χειρότερα από όσα έκανε ο Σαμαράς κι εκείνος ο δοτός, ο αθάνατος, αλλά δεν είναι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος, παρά είναι τουπίκλην αριστερή κυβέρνηση υποβασταζόμενη από το καζολίν της άκρας δεξιάς που πρέπει να τη λέμε λαϊκή δεξιά -- ευτυχώς γι' αυτήν έχουμε και ναζιστική συμμορία για τρίτο κόμμα, οπότε δεν στριμώχνεται στην άκρη του φάσματος. Στο μεταξύ κάποιοι άνευ σημασίας, αν και πάρα πολλοί, συνεχίζουν να είναι φτωχοί, άνεργοι, απερίθαλπτοι, πρόωρα νεκροί.

Βλέπουμε έναν δουλοπρεπή και ανειλικρινή γόνο που πουλάει εικόνες των παιδιών του και εκσυγχρονισμό σε βαθιά συγχυσμένους και απελπιστικά ζοχαδιασμένους κρατικοδίαιτους οπαδούς του μικρότερου κράτους, ο οποίος θέλει να γίνει πρωθυπουργός για να κάνει τα ίδια και χειρότερα από όσα κάνει ο Τσίπρας ο γελαστός, αλλά δεν είναι αγραβάτωτος και μπανάλ, παρά εσπρεσσοπότης κι αμερικανοσπουδαγμένος, ένας σοβαρός δεξιός που θα κάνει τους πανέλληνες δημογέροντες να νιώσουν ασφαλείς και θα επιδράσει ως λεξοτανίλ στους παρμένους νεοφιλελεύθερους.

Βλέπουμε και ένα τσίρκο (πασόκες, ποτάμια, λεβέντες κι αλλεπάλληλες κεντροαριστερές πρωτοβουλίες άνευ περιεχομένου, στελεχών ή κοινού) που αξίζει να σχολιαστεί όσο η σκηνοθετική δεινότητα και το βάθος υποκριτικής σε παραστάσεις τσίρκου.

Βλέπουμε την αναδιπλωση της αριστερης σκέψης, που ασχολείται πλέον αποκλειστικά με τον σχολιασμό και την ανθυποκριτική, όταν δεν ξεπουλιέται δώθε κείθε και παραπέρα κατηγορώντας τους πάντες ότι ηθικίζουν, αριστερή σκέψη που ούτε να κλαίει τη Βάρκιζα ή να κουνάει το δάχτυλο δεν έχει πια το κουράγιο. Όλα πια γι' αυτήν είναι κουλτούρα και την απασχολεί πλέον μόνον η όποια εσωτερική της συνέπεια: κάθε κίνημα τέλειωσε πια. Η αριστερή σκέψη αρκείται στη θεωρητική επανεπεξεργασία του μαρξισμού, στα χνάρια των χειρότερων τάσεων του '70 και του '80, σαν να μην έχει πάρει χαμπάρι ότι η θεολογία του παρόντος αιώνος είναι ο νεοφιλελευθερισμός· νοσταλγεί τον σοβιετικό σχηματισμό και αναρτά πορτραίτα του Στάλιν για να ξεδώσει, ενώ ο Πατερούλης της εποχής λέγεται Αγορά και οι φασίστες κυβερνάνε τις ΗΠΑ παίζοντάς το "εναλλακτική δεξιά". Ούτε η αριστερή σκέψη ασχολείται με κάποιους άνευ σημασίας, αν και πάρα πολλούς, που συνεχίζουν να είναι φτωχοί, άνεργοι, απερίθαλπτοι, πρόωρα νεκροί. Είναι πια θεολογία, μια θεολογία της επανάστασης: όπως η θεολογία περιμένει τη Δευτέρα Παρουσία που άργησε για 19 αιώνες, έτσι κι η αριστερή θεολογία υμνεί την επανάσταση και την προσδοκά, σαν μια συντέλεια ανέφικτη, για τη ματαίωση της οποίας πρέπει να έχουμε ενοχές εμείς οι αμαρτωλοί μικροαστούληδες.

Βλέπουμε μια ιεραρχία που βγήκε από το χρονοντούλαπο της ιστορίας. Όταν ο Δημητριάδος τότε Χριστόδουλος και ο Αλεξανδρουπόλεως τότε Άνθιμος βγήκανε το 1987 να υπερασπιστούν τις θέσεις της Ιεραρχίας απέναντι στην τελευταία προσπάθεια να τελειώνουμε στην Ελλάδα με το ψέμα της "συναλληλίας" Κράτους-Εκκλησίας, είχανε παραδεχτεί ότι δεν είχαν ιδέα πώς να απευθυνθούν σε κανονικούς ανθρώπους, πέραν του ποιμνίου τους δηλαδή. Έκτοτε έχουνε γίνει λαλίστατοι οι δεσποτάδες και με επιρροή έξω από τον θαυμαστό μικρόκοσμο των σοσιαλμήντια: αναθεματίζουν τη γιόγκα, συνιστούν αφρόλουτρα αντί για άλατα μπάνιου, ορίζουν πώς να πηδιόμαστε, τι θα γλείφουμε και τι θα τσιμπουκώνουμε και τι θα βάζουμε στον "σωλήνα αφόδευσης" (κάποιοι από αυτούς μιλώντας εκ πείρας), ενώ έχουν επαναφέρει μοναδικές στιγμές μετεμφυλιοπολεμικής χυδαιότητας και θεματικές στυγνής κι απάνθρωπης μισαλλοδοξίας στον δημόσιο λόγο καταδιώκοντας πρόσφυγες και κατατρεγμένους. Παράλληλα κάνουνε σχολική κατήχηση στα παιδιά μας, ενώ θησαυρίζουν από τις γιορτές μας και από τους πεθαμένους συγγενείς μας.

Βλέπουμε αναθεωρητές νεοσυντηρητικούς να κηρύσσουν την εξιλέωση ταγματασφαλιτών, την αθώωση δοσιλόγων, να αναγνωρίζουν ελαφρυντικά στη Χούντα. Εσχάτως ισχυρίζονται ότι τη δεκαετία του '80 επικρατούσε κουλτούρα ανομίας και του τζάμπα. Δεν πειράζει, εδώ κατάφεραν άλλοι κάποτε να μας πείσουν ότι μάγισσες έκαιγαν επί Μεσαίωνα και όχι επί λαμπρής και αγνής Αναγέννησης, όπου το ανθρώπινο πνεύμα καθολικώς ζούσε την ευδία ανοιξιάτικων ημερών και καλά.

Βλέπουμε να έχουν παραγκωνιστεί οι ανθρωπιστικές σπουδές και τη συστηματική παραχάραξη των όρων (που αρεσκόμαστε να αποκαλούμε "έχουνε χάσει οι λέξεις το νόημά τους" κτλ.). Βλέπουμε λοιπόν τη δουλοπρέπεια να αποκαλείται ευρωπαϊσμός, τις πολιτικές Ιεράς Συμμαχίας να θεωρούνται ορθολογισμός, τον οικονομικό νεοφιλελευθερισμό να αναγορεύεται σε επιστήμη με ό,τι άλλο να αποτελεί δοξασία, να συγχέεται η λογοκρισία κι ο ευφημισμός με την πολιτική ορθότητα, τον φεμινισμό και τον νεοσυντηρητισμό να εναγκαλίζονται θανάσιμα ενώ επιχαίρει η μεγάλη τάξη της πατριαρχίας. Παίζουμε πινγκ πονγκ με προκάτ σχήματα, κυρίως ρητορικά και προτηγανισμένης σκέψης, στην απουσία της κριτικής συζήτησης που προκαλούν και γονιμοποιούν οι ανθρωπιστικές, κοινωνικές και οι πολιτικές επιστήμες. Απεχθανόμαστε την απόκλιση από τη νόρμα και από το κανονικό, τρέμουμε τη σάτιρα. Κάθε υπερβολή και κάθε παραφορά μας αποσυντονίζουν, όπως και θα έπρεπε, αλλά η αντίδρασή μας είναι να τις καταστείλουμε.

Βλέπουμε ναζί να κυκλοφορούν ελεύθεροι και μπάτσους παντού μέσα στις πόλεις. Ναζί, ρε πούστη. Ναζί και μπάτσοι. Κι αν εξαιρέσεις τις στολές, στρατιωτικής πια εμπνεύσεως κι εκτέλεσης, δεν ξέρεις συνήθως ποιοι είναι ποιοι.

Κυρίως, τέλος, βλέπουμε έναν ολόκληρο λαό που εθίζεται στη σκληρότητα και στη σκατοψυχιά. Έναν κόσμο που αντιδρά κι εκτονώνεται μισώντας τζάμπα και βερεσέ. Μετά από εφτά χρόνια κρίσης θα μπορούσαμε να έχουμε στήσει ακόμα πιο εκτενείς δομές αλληλεγγύης ή, τουλάχιστον, να εκτονωνόμαστε με μουσική και σεξ και ναρκωτικά. Δυστυχώς επιλέξαμε να προσκυνάμε τους θεούς του Σώρρα ή τιμιόξυλα και κάρες, να βρίζουμε τους δυνατούς ξένους και να κυνηγάμε τους εξαθλιωμένους ξένους.

Ευτυχώς έχουμε την τηλεόραση και τα σοσιαλμήντια, δηλαδή.

Η φωτογραφία είναι μιμίδιο από τη χρυσή εποχή TUMURIKI -- πριν κανα χρόνο, δύο, δηλαδή: ένας χρόνος του φέισμπουκ είναι εφτά ανθρώπινα.

GatheRate

Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Δεν υπάρχουν οδηγίες και δεν χρειάζονται

Είτε μας αρέσει είτε όχι, μερικοί άνθρωποι δεν θα βγούνε ποτέ από μια νοοτροπία κανονιστική του βίου. Είτε στα ίσα είτε έμμεσα συνεχώς θα ψάχνουν κάποιον να τους πει πώς να μιλάνε, τι να τρώνε, τι να σκέφτονται, πώς να πηδιούνται και πώς να ζούνε. Μου το έλεγαν φίλοι μου παπάδες, μου το έχει πει φίλος κλινικός ψυχολόγος: αυτή είναι η πιο δύσκολη κατηγορία εξομολογουμένων και ασθενών, άνθρωποι που αγκιστρώνονται πάνω σου και περιμένουνε να τους πεις τι να πράξουνε και πώς να ζήσουν· "περιδεείς" τούς έλεγαν οι παπάδες.

Οι περιδεείς άνθρωποι επιπλέον βλέπουνε παντού παγίδες, απάτη κι απαγορεύσεις. Ο κόσμος τους είναι γεμάτος από ανθρώπους έτοιμους να τους κατακρίνουν, ενώ εκείνοι αναζητούν κάποιον να τους πει πώς να ζούνε -- χωρίς να τους κριτικάρει όμως. Προσπαθούν να εντάξουν βιώματα, ιδέες, πράξεις, γεγονότα σε απλούς κανόνες και αντιλαμβάνονται νομικίστικα το παν. Δεν έχει σημασία ποιο δίκαιο θα επιλέξουν: τη δική σου γνώμη, τον μαρξισμό, τι θα πει ο κόσμος, τη θρησκεία, την αισθητική (τους) ή ό,τι άλλο. Σημασία έχει ότι τα πάντα ζυγίζονται και αξιολογούνται με βάση αυτό το δίκαιο.

Ταυτόχρονα οι περιδεείς εναποθέτουν τις αποφάσεις για το τι είναι σωστό και τι δεν είναι εντάξει στους άλλους, όχι στις αρχές τους όπως τις ερμηνεύουν οι ίδιοι. Δεν θέλουν τίποτε να ερμηνεύουν, θέλουν οι άλλοι να τους ερμηνεύσουν και να τους ερμηνεύσουν ευνοϊκά. Μέχρι να τους τραβήξει η ζωή απ' τα μαλλιά, απότομα και δυνατά σαν μαθητριούλα που εξανέστη.

Γιατί, όχι, δεν λέει κανείς να γίνουμε Βέρθεροι και μπουκοφσκικοί, ούτε καν ντοστογιεφσκικοί. Αλλά δεν επιλύονται όλα με κανόνα και γνώμονα. Δεν θα πάμε να καταστραφούμε για τον έρωτα και την επανάσταση όλοι, εντάξει, να μη γίνουμε αλκοολικοί και πρεζόνια, να μην κλείνουνε σπίτια (κάτι που στην εποχή μας έχει γίνει πιο σημαντικό από ποτέ) με μοιχείες και μοναχισμούς και οράματα Τσε και Σβάιτσερ, να βρίσκονται όλα σε μια σειρά τακτοποιημένα. Εντάξει, οκέι: όσο απορρυθμίζεται η κανονικότητα γύρω μας, τόσο την αποζητούμε στον ιδιωτικό βίο, κατανοητό και αυτό.

Αλλά δεν γίνεται να θες να σβήνεις ό,τι σε ταράζει και σε μετακινεί και σε αναγκάζει να τραυλίσεις. Κι όχι, δεν μιλάω μόνο για έρωτα εδώ, αν και έχω και τον έρωτα υπόψη, μιλάω και για ό,τι μας αναγκάζει να μετεωριστούμε, να υπάρξουμε σε συνθήκες ελεύθερης πτώσης: να ξαναεξετάσουμε τα δεδομένα μας και τις παραδοχές μας.

GatheRate

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Υπέρ των φτωχών


Το σύνθημα στο γκαράζ πάει ως εξής:

ΟΠΟΥ ΦΤΩΧΟΣ ΚΙ Η ΜΠΥΡΑ ΤΟΥ ΚΙ ΟΠΟΥ ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΤΑ ΑΡΧΙΔΙΑ ΜΟΥ

Διάλογος:

"Τι θα πει αρχιδία;"
"Αρχίδια."
"Αρχιδία λέει."
"Αρχίδια. Είναι τα μπαλάκια που έχουν τ' αγόρια."
"Έχουν μπαλάκια τ' αγόρια;"
"Ναι, κάτω από το πουλί τους."
"Α! Μάλιστα."
"Αλλά δεν είναι πολύ καλή λέξη, είναι βρισιά. Όπως... Να..."
"Εντάξει δεν θα τη λέω."
"..."
"Άρα αυτό που γράφει είναι υπέρ των φτωχών;"
"Ναι."
"Ωραία."

GatheRate

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Ερωτηματικά

Πώς είσαι; Νιώθεις καλά; Πόσον καιρό έχεις να ζήσεις χαρά; Πόσον καιρό έχεις να θυμηθείς χαρά; Πάει καιρός που γέλασες χωρίς να λες "κλαίω"; Πάει καιρός που ένιωσες ρίγος ή αγαλλίαση διαβάζοντας κάτι; Κάτι μικρό σαν γράμμα, κάτι μεγαλύτερο σαν βιβλίο, κάτι σαν απόσπασμα; Από ταινίες; Καμμία που να σε πηγε και να σ' έφερε; Ή να μη σ' έφερε; Ή μόνο σειρές βλέπεις; Τι λένε; Χαίρεσαι αυτά που τρως; Τι τρως τώρα τελευταία; Πώς το τρως, έτσι με την ψυχή σου ή όλο ενοχές; Και με το γυμναστήριο και το τρέξιμο όλα εντάξει; Τη βρίσκεις που ασχολείσαι ή απλώς πρέπει, για λόγους υγείας ένεκα η καθιστική ζωή; Πράγματι μετά νιώθεις άλλος άνθρωπος; Σου αρέσει εκεί ο κόσμος και η όλη φάση; Τι σκέφτεσαι όταν περνάν οι κορμάρες για να πάνε στο μάθημα κι όταν βγαίνουν ιδρωμένες απ' το μάθημα κι όταν κουβεντιάζουνε στα βάρη και στα όργανα οι κορμάρες; Τι σκέφτεσαι όταν τρέχεις; Παρατηρείς γύρω σου; Αφοσιώνεσαι στη μουσική που ακούς εκείνη την ώρα; Σε τρων οι σκέψεις; Να ρωτήσω λοιπόν για τη δουλειά; Καλύτερα να μη ρωτήσω; Κι εσύ ευχαριστημένος δεν είσαι που έχεις τουλάχιστον δουλειά; Στο σπίτι σου πώς νιώθεις; Σαν στο σπίτι σου; Μυρίζει δικό σου; Σε ξεκουράζει; Θέλεις να το κατοικείς ή όλο για έξω είσαι θέλοντας και μη; Όλα εντάξει με την παρέα; Χαίρεσαι να τα βλέπεις τα κολλητάρια; Πόσον καιρό έχετε να κουβεντιάσετε κάτι που ήθελες εσύ να συζητήσεις; Ή μήπως πράγματι χαίρεσαι να τους ακούς και να τους ορμηνεύεις; Όταν πάτε για καφέ σ' αφήνουν να μιλήσεις; Σε ακούνε; Όταν πάτε για ποτό πού κοιτάς; Νιώθεις να θες να φύγεις και να πας να ανοίξεις την τηλεόραση; Παρακαλάς να πάνε καμμιά τουαλέτα για να σκαλίσεις λίγο το φέισμπουκ; Βρίσκεις πουθενά απάγκιο; Γαληνεύεις καθόλου; Με τους γονείς τι γίνεται; Ακόμα τους ρίχνεις ευθύνες; Τους κατηγορείς για πράξεις και παραλείψεις και για εκείνες τις φορές που φέρθηκαν ρουφιάνικα ή και σαν καθήκια; Ακόμα φταιν αυτοί; Για όλα; Ακόμα δεν είναι αρκετά αδύναμοι; Δεν βλέπεις πως έχουν σχήμα κι ιστορία, ότι δεν είναι οι απρόσιτοι θεοί της κούνιας; Ή μήπως νιώθεις πως εσύ δεν έχεις ωριμάσει ακόμα; Πότε θα ωριμάσεις; Μήπως τίποτε άλλο εννοείς; Μήπως τίποτε για ανευθυνότητα και φυγοπονία; Τα παιδιά καλά; Μήπως νιώθεις να έχεις αγκιστρωθεί πάνω τους; Κι όταν εκεί δεκάξι με δεκαοχτώ χρονών φύγουνε τα παιδιά, όσο κι αν μείνουνε στο σπίτι σου; Μετά τι; Θα περιμένεις ποιος θα πλειοδοτήσει, το έμφραγμα, ο καρκίνος ή το ισχαιμικό; Έτσι θα ζούμε; Γίνεται;

Για σεξ, ερωτικά, γκομενικά δεν ρωτάω. Γι' αυτά όλοι ρωτάνε.

GatheRate

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Εκεί γύρω στο 1992


Τα όνειρα της νεότητάς μας τα εικονόγραφησε ο Σπύρος Στάβερης, κυρίως μέσα από το 01. Το οποίο ήταν το πρώτο (και το τελευταίο) περιοδικό που αγόραζα ανελλιπώς.

Δεν το λέω έτσι. Όταν βγήκε το 01, δεν υπήρχε βεβαίως ίντερνετ. Αν ήθελες να μάθεις τι γίνεται στην κόσμο υπήρχε ο θόρυβος των νεαρών ιδιωτικών καναλιών, γεμάτων από τηλεπαιχνίδια, από σώου τύπου RAI και από σήριαλ που "έδωσαν ψωμί σε τόσους άνεργους ηθοποιούς". Επίσης υπήρχανε περιοδικά τύπου Κλικ και Maxx.

Δεν θα τα αναθεματίσω: σε μια Ελλάδα όπου τα ξένα περιοδικά κόστιζαν χιλιάρικα, στο Κλικ (και λιγότερο στο Max) έβρισκες ενδιαφέροντα κείμενα και διάβαζες λίγο για το τι συμβαίνει παραπέρα, πίσω από το όρος Αιγάλεω και μετά τη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα. Αλλά αυτά τα περιοδικά, τουλάχιστον στο δικό μου το μυαλό, απευθύνονταν σε Βουπουδάκια και Γλυφαδιώτες: σε παιδιά με λεφτά και καβάντζες και καριέρες να τα περιμένουν, με ταξίδια και σπουδές -- ενώ εμείς το 1992 πρωτοακούσαμε κάτι που λεγόταν Erasmus. Χρειαζότανε λεφτά για να βγαίνεις στα φσσσς κλαμπ και να φοράς φσσςς ρούχα και να συμμετέχεις ισότιμα στο νταχτιρντί του λαϊφστάιλ: πού πας εσύ ρε Σραόσα από το Γκύζη, με τα τρε μπανάλ ρούχα;

Επίσης στο Κλικ και στο Max έγραφε για σεξ. Πολύ σεξ. Και εικονογραφήσεις και συμβουλές και κόλπα. Αυτό το ξέρετε καλά, άλλωστε το μισό ελληνικό ίντερνετ, που λέει ο λόγος, απόπλυμα αυτής της φάσης είναι. Μιλάμε τώρα για τον καιρό που η άλλη πηγή πληροφόρησης και αυτοερωτικής ψυχαγωγίας ήτανε τα ελεεινά τσοντοπεριοδικά στο περίπτερο. Ωστόσο υπήρχε ένα σοβαρό πρόβλημα: η ιλουστρασιόν και ρετουσαρισμένη εκδοχή της ερωτικής πραγματικότητας που κυριαρχούσε σε αυτά τα περιοδικά. Ήτανε γεμάτα με χελμουτνιουτονικές συνθετικές πλαγγόνες που συγκυλιζόντουσαν ή απλώς τριβόντουσαν είτε μεταξύ τους είτε με μοντέλους εντατικού γυμναστηρίου (πολύ αργότερα μάς μίλησαν για τα συμπληρώματα και τα αναβολικά, μέχρι τότε ψαρώναμε). Όλα ασπρόμαυρα ή σε μονοχρωμία και με προσεκτικότατες φωτοσκιάσεις. Καμμία σχέση με τη Χριστίνα, τη Χριστίνα, τη Σόνια, την Αλίκη, την Ντίνα -- κι ας ήταν όλες μα όλες πάρα πολύ ωραία κορίτσια.

Αν διάβαζες Κλικ και μετά κοίταζες γύρω σου, αισθανόσουν εντελώς μειονεκτικά. Δεν ανήκες σε καμμία από τις φυλές που απαριθμούσε, ή μάλλον σε καμμία φυλή στην οποία θα ήθελε αναγνώστης του Κλικ να ανήκει: ήσουν ξεφτίλας και μπύθουλας. Μακριά από τον φανταστικό κόσμο του Κλικ, που απαρτιζόταν από πολύ επιλεγμένα σημεία στην πόλη και στην παραλιακή, εσύ βολόδερνες μέσα στις πολυκατοικίες, στην Αλεξάνδρας, στου Ζωγράφου, στα Εξάρχεια και μέσα σε φρακαρισμένα λεωφορεία, υπήρχες σε μια Αθήνα πριν τα γκραφίτι και πριν τα μπαρ και πριν τη σημερινή μας, αναιμική έστω, περηφάνεια γι' αυτήν την πόλη -- δεν είχε και μετρό τότε, πού να πας. Επίσης έβγαινες σε καθόλου γκλαμ μαγαζιά γιατί στο Wild Rose ή Yellow Rose ή πώς στο διάολο το λέγανε θα έτρωγες πόρτα, μπέρδευες το Alt Berlin με το Berlin και το Booze με τον Μπούζιο, ενώ όταν πήγατε στο DOM στην Ικαριέων το ένα κορίτσι φρίκαρε μην της πιούνε το αίμα κάτι γκέι βρυκολάκια που είχανε σνιφάρει τη μισή Βιομηχανία Ζαχάρεως, ενώ ο μπαμπάς της δικιάς σου αναστατώθηκε που την πήγες στο Γκάζι, μέσα στους Τούρκους και στα χαμαιτυπεία.

Από όλα αυτά μάς έσωσαν ο Στάβερης, οι Στερεο Νόβα και το 01. Και οι Τρύπες. Μετά σταθήκαμε στα πόδια μας, είδαμε πού είμαστε, τι έχουμε και πού πάει ο κόσμος πίσω από το Αιγάλεω, πέρα από τη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα.

Ο Στάβερης χωρίς να υποκύψει στην πολαρόιντ, έσπασε την αισθητίλα του Κλικ: πήρε αυτό που τότε λέγαμε τρας και ξεφτίλα, το συνέστρεψε και το έβαλε να κοιτάξει πίσω από την πλάτη του. Στις φωτογραφίες του Στάβερη βλέπαμε πια κανονικούς ανθρώπους, θελκτικούς μέσα στην ανθρωπίλα τους, παιδιά σαν εμάς αλλά που έμοιαζαν με τα τσογλάνια του Λάρυ Κλαρκ. Τώρα είναι συνηθισμένος από αυτό ο κόσμος, τότε κοιτάγαμε σαν χαζοί, εκστασιασμένοι που υπήρχαμε και χαρούμενοι που το ξεκούδουνο μπορούσε να ήτανε σέξι έως και ιμερικό.

Οι Στέρεο Νόβα έκαναν πράγματα που δεν καταλαβαίναμε ακριβώς αλλά μπορούσαμε να τα χορέψουμε, οριακά και αρκετά πιωμένοι. Έβγαζαν ευαισθησίες που δεν ξέραμε ότι υπήρχαν, π.χ. ταξικά μεράκια που φύονταν στο χάσμα μεταξύ αριστερής θριαμβολογίας και του κυνισμού πέντε φραγκάτων που κήρυσσε
"φράγκα, γκομενες, παλάτια, άντε και καλά κρεβάτια". Οι Στέρεο Νόβα, "θλιμμένες αδερφές από τη Λένορμαν που έτρωγαν κράξιμο και ξύλο", όπως έλεγε ένας συμμαθητής, στάθηκαν απέναντι στον μαξιμαλισμό του εγωισμού, στη θεολογία του πλουτισμού. Απέναντι στην ντόλμπυ σαράουντ ουτοπία, που ήτανε προορισμένη για άντρες που γαμάνε, χώνουνε σκαμπίλια και έχουνε φράγκα, άντρες με ατομική και (παραδόξως) εθνική παραίσθηση μεγαλείου και έκπαγλης μοναδικότητας, άντρες με καύσιμο την κόκα και μπόμπες στολίσναγια, αυτοί οι ατσούμπαλοι έστησαν την ομορφιά και την καύλα (που τότε δεν λεγόταν έτσι) και το παράπονο, τη φάση να γυρίζεις σπίτι ζαβλακωμένος από κλαμπ της συμφοράς και να σε περιμένει ξάγρυπνη ξέρω γω η μάνα σου. Μίλαγαν για μια καψούρα λίγο φτωχή και πολύ αδέξια, για ηδονές που έμποιααν καινούργιες γιατί ε΄μείς ήμασταν ανώριμοι. Έγραφαν μοσυική ταξιδιάρικη και στίχους τελείως εδώ. Οι Στέρεο Νόβα έφεραν το αστικό τοπίο και τη βιομηχανική απόγευση ενός κόσμου που δεν είναι για σένα.

Όσο για το 01, όπως έγραψα πριν 9 χρόνια,"είμαι, κατά κάποιον τρόπο, παιδί του Τσαγκαρουσιάνου. Νομίζω ότι το έχω ξαναπεί: το 01, εκείνη η υπέροχη επίθεση νέου στησίματος, νέων κειμένων, νέων εικόνων στον "γαμάω" κόσμο του Κλικ, έκανε τη ζωή μου ομορφότερη τότε και τελικά, με το να επευλογεί τις ευαισθησίες μου, με καθόρισε". Ωστόσο το πρώτο τεύχος δεν το αγόρασα, με απώθησε αυτό το "κακάσχημο κοκαλιάρικο πρεζόνι" στο εξώφυλλο και, μην ξεχνάτε, τα περιοδικά κόστιαν χαρτζιλίκι. Όμως μέχρι να βγει το δεύτερο τεύχος το περιοδικό είχε γίνει θρύλος: Βιτγκενστάιν; Βέλτσος (και μάλιστα όχι για να τον σατιρίσει); Ξένοι; Τι διάολο είναι οι ξένοι; Το δεύτερο τεύχος, με το σπαρακτικά ωραίο κορίτσι στο εξώφυλλο, ένα κορίτσι "φτιαγμένο για χάδια και φιλιά", όπως έλεγε και ο Τσαγκαρουσιάνος στο edito εκείνου του τεύχους, με έκανε αναγνώστη. 

Από το 01 δεν θα ξεχάσω ένα σχεδόν πορνογραφικό άρθρο που απλώς απαριθμεί μονορούφι και λιγάκι σε φάση εσωτερικού μονολόγου και ρεύματος συνειδητότητας τις ομορφιές της Αθήνας. Αντιγράφτηκε κατά κόρον έκτοτε, ενώ το μιμήθηκα κι εγώ τουλάχιστον μια φορά. Επίσης δεν θα ξεχάσω ότι είχε προσφορά χάρτη του ουρανού σε ένα από τα πρώτα τεύχη του κι έτσι έμαθα κι εγώ τους αστερισμούς και τι έβλεπα ανά πάσα στιγμή πάνω από το κεφάλι μου στον νυχτερινό ουρανό.

GatheRate

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Ο Άντσο της Μελκ λαγνουργεί


Το όνομά του το είχα χρόνια ξεχασμένο. Πριν λίγα δευτερόλεπτα έμαθα ότι είναι Adso και όχι Anzo, όπως νόμιζα έχοντας διαβάσει το Όνομα του Ρόδου" σε ελληνική μετάφραση, της Ε. Καλλιφατίδη νομίζω.

Το βιβλίο με είχε εντυπωσιάσει σφόδρα. Αυτό βεβαίως επετεύχθη αφού ξεπέρασα τις πρώτες εκατό σελίδες, στις οποίες κόντεψα να πεθάνω με τη Σύνοδο της Κωνσταντίας και με κάτι θεολογικοδογματικά που ποσώς με ενδιέφεραν ή καταλάβαινα -- άλλωστε είθισται να μην καταλαβαίνεις ό,τι δεν σε ενδιαφέρει. Το διάβασα το καλοκαίρι των 15 ή των 16 χρόνων μου, νομίζω, δεν θυμάμαι. Θυμάμαι σκόρπια πράγματα: τη βιβλιοθήκη, που θα ξανάβρισκα στον Μπόρχες, λατινικά τσιτάτα, τη φάση "Δεύτερο βιβλίο Περί Ποιητικής", ποιος ήταν ο δολοφόνος, πολλές εικόνες έντονες τότε και τώρα ξεχασμένες. Και φυσικά μού έμεινε η ερωτική σκηνή.

Στο βιβλίο ο μοναχός Άντσο της Μελκ αναπολεί τον καιρό που ήτανε δόκιμος και πνευματικοπαίδι του Γουλιέλμου του Όκκαμ ή του Άνσελμου του Καντέρμπουρυ (αυτουνού που οι Ιταλοί αποκαλούνε της Αόστας), ή κάποιου φανταστικού χαρακτήρα που είναι λίγο κι από τους δύο, δεν θυμάμαι. Τότε, ενώ βρισκόταν στο μοναστήρι όπου κάποιος σκότωνε καλόγερους, ο Άντσαο γαμιέται με μια ζουμερή χωριατοπούλα μέσα σ' έναν αχυρώνα (βεβαίως). Ωραίες φάσεις, εφάμαρτες.

Η κοπέλα που καβαλάει (μάλλον) τον άπειρο νεαρό δόκιμο περιγράφεται ως σαρωτική καλλονή και θεοτική μουνάρα, βοηθάνε να το εμπεδώσουμε αυτό και διάφοροι βιβλικοί χαρακτηρισμοί στα λατινικά, σε βαθμό που όταν βλέπεις ποια την παίζει στη νερόβραστη κινηματογραφική μεταφορά του έργου απογοητεύεσαι και θυμώνεις λιγάκι. Για να γίνω σαφέστερος, όταν διαβάζεις για την κοπέλα που ξεπαρθένιασε τον Άντσο, πλάθεις μια Λολομπρίτζιτα μεσαιωνική με ολίγο τσαγανό από Μπαρντό στο "Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα".

Η αφήγηση γίνεται από τον ίδιο τον Άντσο στα γεράματα. Ο Έκο έχει φροντίσει να διαθλάσει την αναπόδραστη ερωτική νοσταλγία μέσα από επιβεβλημένη καλογερίστικη ενοχή με αποτέλεσμα εγώ ως αφελής και λίγο αλλού γι' αλλού αναγνώστης να αναρωτιέμαι πώς γίνεται κάτι όμορφο κι εκστατικό να είναι πηγή τόσης και τόσο αψιάς ενοχής -- κάπως έτσι στήνει την προβληματική του και ο ίδιος ο αφηγητής, βεβαίως. Γενικά, το πρόβλημα της σεξουαλικής ενοχής ως παραδόξου με απασχολούσε πολύ τότε και είχα καταλήξει, αφελέστατα, να πιστέψω για πολύ λίγο ότι είναι υποπροϊόν και απόβλητο του κοινωνικού συντηρητισμού και όχι της χριστιανικής πίστης καθεαυτής. Παράλληλα μου φαινόταν η ισόβια ερωτική αποχή και η επί της αρχής εξάρτηση των μοναχών από την ονείρωξη πράγμα βάρβαρο, απάνθρωπο και (όσο και να το εξιδανίκευαν με θείους έρωτες και, σόρυ κιόλας, παρόμοιες μπούρδες με Νυμφίους διάφοροι καλόγεροι που μίλησα μαζί τους) απίστευτα άχαρο τρόπο να συσσωρεύσεις αξόδευτη ζωή· σε αυτό δεν άλλαξα γνώμη: η απέχθειά μου για τη θεσμοθετημένη στέρηση και αγαμία δεν λυγίζει με τίποτα.

Η ερωτοπραξία στο Όνομα του Ρόδου εντυπωσίασε κι άλλους εκτός από εμένα. Ως κριτικός ο Έκο ήξερε καλά πόσο μαύρα χάλια μπορεί να γίνει η περιγραφή του γαμησιού. Επιλέγει λοιπόν να την αποδώσει με σνάπσοτ, αλλά όχι απαραιτήτως φωτογραφικά: ο στροβοσκοπικός φωτισμός της αφήγησης σκάει σαν φλας με ρυθμό και φωτίζει εντυπώσεις, διαθέσεις, αισθήσεις, ρητά -- και μόνο δευτερευόντως πράξεις και εικόνες. Φωτίζονται φωτορυθμικά λεπτομέρειες. Με πρόσχημα την καλογερίστικη σεμνοτυφία του παρθένου δόκιμου μοναχού η αφαιρετική αφήγηση μέσω αυτής της στροβοσκοπικής περιγραφής της λαγνουργίας εξακτινώνεται και η ίδια.

Γνωρίζω ότι η ερωτοπραξία στο Όνομα του Ρόδου εντυπωσίασε κι άλλους εκτός από εμένα γιατί ασχολήθηκε εκτενώς με το πώς την έγραψε ο ίδιος ο Έκο στο Επίμετρο στο Όνομα του Ρόδου. Εκεί, απ' ό,τι θυμάμαι, λέει ότι ακολουθούσε με τη γραφομηχανή του τον "ρυθμό της περίπτυξης". Το δοκίμασα λοιπόν κι εγώ περιγράφοντας γραπτώς ερωτοπραξίες. Δεν δούλεψε στην περίπτωσή μου, ίσως γιατί δεν έχω γραφομηχανή.

GatheRate

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Ο θρίαμβος της σκανδαλοθηρίας

Διάβασα για τη θαρραλέα παρέμβαση της Συνατσάκη. Έμαθα και για τον οχετό μίσους αλλά και για τα ω πόσο σνομπ αλλά πολιτικοποιημένα αναθέματα από αριστερούς διανοητές -- ξέρετε τους ίδιους που έχουνε παραλύσει μπροστά στον οικειοποίηση της θεμουσχώραμε Αριστεράς από τον συριζαϊσμό, όσοι δεν τον έχουν εναγκαλιστεί.

Θεωρούμε ότι είναι θαρραλέα η Συνατσάκη και όντως είναι στο μισανθρωπο Κωσταλέξι που ζούμε. Και σκεφτόμουν σε πόσο ασφυκτική κατάντια έχουμε φτάσει, όταν το 1967 κάνανε άουτινγκ ορφανά 21 ετών, να λέμε πως είναι θαρραλέο ένα κορίτσι επειδή λέει τα αυτονόητα.

Πολιορκούμαστε από παντού: από τη μια ανοιχτό μίσος και καθαρή βαρβαρότητα εξ ονόματος του "αυτό λέω γιατί αυτό σκέφτομαι". Καμμία αντίρρηση: η ελευθερία του λόγου είναι απόλυτη και απαραβίαστη. Το πρόβλημα είναι γιατί το σκεφτεσαι, όχι γιατί τολμάς να το πεις. Από την άλλη έχουμε τις στρατιές των "μη μιλάς γιατί σε ανέδειξε το λάιφ στάιλε / γιατί κατά βάθος είσαι χίψτερ". Είδαμε εδώ και 7 ολόκληρα χρόνια (νέα λαμπρά Επταετία επέφανεν ημίν) τον λόγο που άρθρωσαν οι πνευματικοί κι οινοπνευματικοί μας άνθρωποι, είδαμε και το τσαγανό της αριστερής Σκέψης που είτε εξαχνώθηκε από τη συριζαϊκή Οικειοποίηση είτε προσκολλήθηκε πάνω της.

Και δεν είναι μόνον η τρομακτική στάση μας απέναντι στο Προσφυγικό και στους πρόσφυγες, η δεσποτοκρατία της πολιτικής Ορθοδοξίας, το ανοιχτό ετεροκανονικό μίσος. Είναι ότι πισωπατάμε και νομίζουμε ότι παραμερίζουμε. Αλλά πισωπατάμε: ούτε προχωρούμε, ούτε παραμερίζουμε.

Σκεφτείτε επίσης όλες αυτές τις κουβέντες περί μυστικών που γίνονται γύρω μας. Έγραφα κι εγώ, έγραφαν κι άλλοι για τα μυστικά του καθενός και για τη διαχείρισή τους. Και τι καταλαβαίνουμε πλέον όταν λέει κάποιος "μυστικά"; Είτε τα βίτσια του, λες και αφορούν κανέναν άλλον από εκείνους που  καλουνται να τα μοιραστούν, είτε παράλληλες σχέσεις και μοιχείες. Αυτά και τέλος. Και σιγά τα μυστικά ρε μαλάκες, σιγά τις "μικρές στιγμές και μεγάλες ιστορίες που εκτυλίχθηκαν στον υλικό κόσμο και μετά μετουσιώθηκαν σε μυστικά, εμφιαλώθηκαν και προσεκτικά εναποτέθηκαν στο κελάρι κάποιας μνήμης. Και γίνονται ο πλούτος της." Αυτά είναι τα μυστικά; Για αυτά προασπιζόμαστε την ψευδωνυμία και τα προσωπικά μας δεδομένα; "Ναι ρε, για αυτά", θα πουν μερικοί. Και θα διορθώσω λοιπόν: "Μόνο γι' αυτά;;;".

Επικράτησαν οι κουτσομπόλες και η σκανδαλοθηρία· όλο το τρελό πανηγύρι του ένδον βίου, όλο το χαρμόσυνο τσίρκο της αποκοτιάς, κάθε ώρα και στιγμή που δεν ήμασταν όπως μας ετεροκαθορίζουν μεταφράζονται σε ψυχασθένεια, μεθύσι, βίτσιο, ερωτικά βοηθήματα και κέρατο. Όλα μεταφράζονται σε κάτι ρηχό, απλοϊκό ή ευτελές.

Η κοσμοθεωρία της κουτσομπόλας, του άγαμου γυμνασιάρχη και της στερημένης θειας-Ρώυτερ, έγινε πια ο τρόπος να ερμηνεύουμε ό,τι δεν είναι γάμος-σπίτι-διακοπές-σπουδές-οικογένεια-παιδικό πάρτυ-ταβερνάκι. Έντρομοι πασχίζουμε να κλινικοποιήσουμε τα πιτσιρίκια που διαφέρουν και θυμιατιζουμε το αναξιόπιστο και όλο καπρίτσια τοτέμ της Οικογένειας. Τα μπαρ είναι ύποπτα, η ανεμελιά είναι ύποπτη κι η αφοσίωση ανωμαλία, μας κυβερνούν οι πούστηδες και οι μειονότητες. Οι καλλιτέχνες είναι προβληματικοί και οι επιστήμονες Άσπεργκερ. Όλοι έχουνε μυστικά κι είναι ψυχανωμαλία, εξάρτηση, κέρατο. Αυτά και μόνο.

Μετά βάζουμε μέσα την καρέκλα, κλείνουμε την πόρτα και από το μισάνοιχτο πατζούρι μπανίζουμε ποιος θα γυρίσει σπίτι αργά, από πού θα ακουστούν φωνές εορταζόντων ή βογγητά λαγνουργούντων, αν κανα παιδί είναι ξύπνιο αργά κι αν κάποιος παίζει μουσική δυνατά. Όλος ο κόσμος άθλιο χωριουδάκι, όλος ο κόσμος σκυθρωπός και νηφάλιος: προσδοκούμε τον πόνο και το βάσανο να μας δικαιώσει στα μάτια των άλλων.

Όμως Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε.

GatheRate